Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΩΝ



Αποτέλεσμα εικόνας για Παύλος Μελάς

ΓΡΑΦΕΙ Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ, ΣΙΣΚΟΥ ΕΛΙΣΣΑΒΕΤ

  Πριν από μερικές ημέρες γιορτάσαμε την απελευθέρωση της Έδεσσας από τον Οθωμανικό ζυγό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι  το γεγονός αυτό συνδέεται με το Μακεδονικό αγώνα και τη θυσία του Παύλου Μελά.
 Οι Μακεδονομάχοι, με τους αγώνες τους, κατάφεραν και άνοιξαν το δρόμο για την απελευθέρωση της Μακεδονίας το 1912-1913, ανυψώνοντας το ηθικό των ντόπιων Ελληνικών πληθυσμών,  ότι πλέον, κάποιοι είναι δίπλα τους και αγωνίζονται μαζί τους για την ελευθερία.
 «Βούλγαρος να μη μείνει». Αυτά ήταν τα τελευταία  λόγια, πριν ξεψυχήσει, ο Ήρωας Μακεδονομάχος Παύλος Μέλας, μετά από το τραυματισμό του σε συμπλοκή  στη Σιάτιστα  Καστοριάς, με Οθωμανικό  απόσπασμα 150 ανδρών.
 Ο Μακεδονικός αγώνας, ήταν ένας ακήρυχτος πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα κατά τα έτη 1903-1908.
 Οι Βούλγαροι, από την εποχή που ίδρυσαν κράτος, προσπαθούσαν συνεχώς να επεκτείνουν τα σύνορά τους, και αφού σφετεριστούν τη Μακεδονία να αποκτήσουν πρόσβαση στο Αιγαίο Πέλαγος.
 Ο Μακεδονικός Αγώνας ξεκίνησε από το 1870, με το Βουλγαρικό σχίσμα από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και τη σύσταση της Βουλγαρικής Εξαρχείας, και διήρκεσε μέχρι το 1908. Στα 38 αυτά χρόνια, Έλληνες και χριστιανοί Σέρβοι της Μακεδονίας, είχαν απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, καταστροφές, απειλές, και  κάθε είδους θηριωδίες.  Από το 1870 οι Βούλγαροι προέβαλαν διεκδικήσεις, με σκοπό να αποκτήσουν δικαιώματα στη Μακεδονική γη.
 Από το 1895, όμως, εντατικοποιήθηκαν οι διεκδικήσεις, με ομάδες ένοπλων κακοποιών Βουλγάρων,΄΄τους κομιτατζήδες,΄΄ οι οποίοι επωφελούμενοι την ανεπάρκεια και την αδιαφορία των κατακτητών Οθωμανών στην περιοχή, οργανωμένοι σε ομάδες, εφορμούσαν συχνά και βασάνιζαν τους Έλληνες για να προσχωρήσουν στη Βουλγαρική Εξαρχεία και να αποκηρύξουν την εθνικότητά τους.
 Οι κομιτατζήδες , λήστευαν, βίαζαν, και εξολόθρευαν σιγά σιγά τον πληθυσμό της Μακεδονίας, κυρίως όλους όσους θεωρούσαν αντίθετους στις διεκδικήσεις τους, δασκάλους, ιερείς, προεστούς, λόγιους, και οτιδήποτε συνέδεε τη Μακεδονία με την υπόλοιπη Ελλάδα.
 Στόχος ήταν,  η απαίτηση εδαφών από την Οθωμανική αυτοκρατορία και την Ελλάδα, για να τους μεταβιβαστούν από τις μεγάλες δυνάμεις αφού θα παρουσίαζαν δικό τους πληθυσμό στην περιοχή.
 Ενάντια στη δράση των Βουλγάρων- Κομιτατζήδων,  οργανώθηκαν και αντιτάχθηκαν οι Μακεδονομάχοι που  προέρχονταν  από τους ντόπιους πληθυσμούς και την υπόλοιπη Ελλάδα, συγχρόνως υποστηρίχθηκε ο αγώνας, οικονομικά και ηθικά, από διάφορες οργανώσεις.
 Ουσιαστικά οι Βούλγαροι δεν έφυγαν το 1908, η συμπεριφορά τους αυτή συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια και η απομάκρυνσή τους έγινε με τους Βαλκανικούς πολέμους το 1917. Τους βλέπουμε και μετά, σε  περιόδους δυσκολίας για τον Ελληνισμό, μετά το 1922, σαν ληστές στην περιοχή. Ακόμα και κατά τη Γερμανική κατοχή 1941-1944, και το 1944-1949, στον ανταρτοπόλεμο, με τη βοήθεια ανταρτών ΕΑΜ-ΕΛΑΣ τα ίδια έπραξαν και τότε.
 Ο ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ.  Γεννήθηκε  29-03-1870 στη Μασσαλία της Γαλλίας. Ο πατέρας του Μιχαήλ καταγόταν από την Ήπειρο, έμπορας με μεγάλη περιουσία, και η μητέρα του από την Κεφαλονιά, κόρη εμπόρου. Οι ρίζες του πριν την άλωση φτάνουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη.  Το 1874 η οικογένεια Μελά επιστρέφει στην Αθήνα για να μεγαλώσει τα παιδιά της .
 Ο Παύλος ξεχώριζε από τα αδέλφια του, για το χαρακτήρα του που ήταν γεμάτο καλοσύνη και ενδιαφέρον για τους συνανθρώπους του.
 Από μικρός άκουγε τις ιστορίες του πατέρα του, σχετικά με τους αγώνες της οικογενείας στην απελευθέρωση από τον Οθωμανικό ζυγό. Καθώς μεγαλώνει αντιλαμβάνεται γεγονότα ιστορικής σημασίας που δυναμώνουν την αγάπη του για την πατρίδα.
 Είχε ξεσπάσει  Ρωσοτουρκικός πόλεμος,  και με συλλαλητήρια ζητούσε  ο λαός,  η Ελλάδα να ταχθεί με τη Ρωσία. Ετοιμάζονται στρατεύματα για να μπουν στη μάχη, όμως, γίνεται ανακωχή και τα βρίσκουν οι δύο αντίπαλοι το 1878. Ο Ελληνικός στρατός δεν πρόλαβε να λάβει μέρος στον πόλεμο.  Στο μεταξύ όλες οι υποδουλωμένες Ελληνικές περιοχές έχουν ξεσηκωθεί και δημιουργούνται αντάρτικα σώματα  που ζητούν ελευθερία. Ο μικρός Παύλος μεγαλώνει  με όλα αυτά τα γεγονότα που συμβαίνουν καθημερινά,  και με τη βοήθεια του πατέρα του τα αντιλαμβάνεται και τα εμπεδώνει. Πονάει πολύ, για την πατρίδα του που είναι πληγωμένη από χίλιες μεριές, και ψάχνει μέσα του πως μπορεί να βοηθήσει για να ελαφρύνει τον πόνο της.
 Το 1886 μπαίνει στη στρατιωτική σχολή  ευελπίδων και αποφοιτά το 1891 με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του πυροβολικού. Το ίδιο καλοκαίρι γνώρισε τη Ναταλία Δραγούμη, αδελφή του Ίωνα   και κόρη του Στέφανου Δραγούμη, με καταγωγή από το Βογατσικό της Καστοριάς. Το 1892 γίνεται ο γάμος, και τα επόμενα χρόνια αποκτούν δύο παιδιά τον Μιχαήλ  και τη ζωή.
 Ανησυχεί για τη Μακεδονία που υποφέρει κάτω από δύο βάσανα, τους Οθωμανούς, και τους Βούλγαρους.
 Το γεγονός ότι ιδρύθηκε το 1894 η Εθνική Εταιρεία,  κάποια μυστική οργάνωση που στόχο είχε να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων, του έδωσε δύναμη.
 Ο Παύλος Μελάς ήταν από τους πρώτους αξιωματικούς που επίσημα το Ελληνικό κράτος έστειλε στη Μακεδονία,  για να οργανώσουν αντίσταση και επανάσταση, ενάντια στις βλέψεις των Βουλγάρων και άλλων Βαλκανίων. Το πρώτο ταξίδι έγινε με εντολή της κυβέρνησης. Τέσσερεις αξιωματικοί  πήγαν, η  εντολή που τους δόθηκε ήταν, η δράση τους να είναι μεταξύ Μοναστηριού και Καστοριάς. Τα διαβατήρια εκδόθηκαν με ψευδώνυμα. Το ψευδώνυμο του Παύλου Μελά ήταν Μίκης Ζέζας (από τα χαϊδευτικά των παιδιών του). Αποχαιρέτησε τους δικούς του, με τα λόγια ΄΄Ζήτω η Μακεδονία΄΄ .
Μετά από κακουχίες και πεζοπορία μερικών ημερών φτάνει εκεί  και εμψυχώνει τους ταλαιπωρημένους Έλληνες. Σε λίγο καιρό όμως,  ενημερώνεται για την απόφαση της κυβέρνησης να επιστρέψει, και επιστρέφει πίσω στην Αθήνα.
 Συνεχίζει και αγωνιά για τη Μακεδονία. Λαμβάνει γράμματα  που του ζητούν να επιστρέψει και να βοηθήσει αφού συμβαίνουν καθημερινά τραγικά γεγονότα.
 Τον Ιούνιο του 1904 αντιπροσωπεία από τη Κοζάνη, του ανακοινώνει ότι είναι οργανωμένοι, και του ζητούν να παρέμβει ώστε να αναλάβουν αξιωματικοί την οργάνωσή τους, και μάλιστα, καλύτερα, να αναλάβει ο ίδιος.
 Στις 9 Ιουλίου 1904 παίρνει είκοσι μέρες άδεια και φεύγει για τη Μακεδονία. Εκεί έρχεται σε επαφή  με άλλους αγωνιστές, με εράνους οργανώνει την άμυνα και τονώνει το ηθικό των αγωνιστών. Κρατά μυστική την ταυτότητά του, και παρουσιάζεται σαν ζωέμπορος στην περιοχή. Επιστρέφει ξανά στην Αθήνα.
 Αυτή τη φορά  εξέθεσε την κατάσταση στον πρωθυπουργό Θεοτόκη, ζητάει να οργανώσει στρατιωτικό σώμα. Παίρνει τετράμηνη άδεια, τον συνοδεύουν Κρήτες και Μακεδόνες, και στις 18-08- 1904 φεύγει και φθάνει μετά από μεγάλη ταλαιπωρία, όπως περιγράφει στα γράμματα τα οποία στέλνει στη γυναίκα του. Οκτώ Σεπτεμβρίου φτάνουν στο Κωσταράζι, ξεκουράζονται και αμέσως ξεκινούν τη δράση τους , μετακινούνται νύχτα. Μαθεύτηκε ο ερχομός τους στην περιοχή και έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό και ελπίδα για το μέλλον της Μακεδονίας.
 Σε πολλές περιπτώσεις συναντά και άρνηση για βοήθεια, έτσι ματαιώνονται γεγονότα που θα οδηγούσαν γρηγορότερα στην ελευθερία. Ο ίδιος γίνεται ο φόβος των Βουλγάρων και των συνεργατών τους από τους ντόπιους πληθυσμούς. Ενθαρρύνεται από τις εκδηλώσεις λατρείας  προς το πρόσωπό του. Οργανώνει την άμυνα  τεσσάρων χωριών. Η δύναμις του ενισχύεται με ακόμα  50 άνδρες  από ντόπιους .
  Στην προσπάθειά τους να συναντηθούν  με άλλα σώματα Ελλήνων ανταρτών, σταματούν στη Σιάτιστα για να ξεκουραστούν, παρά τη διαφωνία του  Παύλου με τον υπαρχηγό Νίκο Πύρζα, επειδή στο συγκεκριμένο χωριό υπήρχε στρατιωτική Τουρκική δύναμη. Ο Αρχικομιτατζής,  Μήτρος  Βλάχος,  οργάνωσε την όλη προδοσία και έφερε τους Τούρκους στο χωριό.
  Στην επίθεση που έγινε και τη συμπλοκή, ο Παύλος τραυματίστηκε στη μέση, και έτσι όπως αιμορραγούσε  κατάφερε να μπει μέσα στο σπίτι,  προαισθανόμενος δε  το θάνατό του, είπε στο Νίκο Πύρζα , «το σταυρό να το δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι  του Μίκη, και να τους πεις πως έκαμα το καθήκον μου». Παρακαλάει να τον σκοτώσουν για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, βογκάει, πονάει, αναφέρει τα ονόματα των παιδιών του, παιδεύεται έτσι μισή ώρα  και αφήνει την τελευταία του πνοή.
 Σκορπίζει θλίψη ο θάνατός του. Το προξενείο Μοναστηρίου στέλνει  έναν υπάλληλο  για να φροντίσει για τον ενταφιασμό του. Στο Πισοδέρι που φτάνει τον πληροφορούν ότι ήδη έχει ενταφιαστεί από τους κατοίκους της Σιάτιστας, πηγαίνει στο Ζέλοβο και στέλνει άνδρα από την ομάδα του Παύλου στη Σιάτιστα για να τον ξεθάψει, κατά τη διάρκεια της εκταφής έφτασε εκεί Τουρκικό σώμα, φοβούμενοι μην καταλάβουν ποιος είναι ο νεκρός, έκοψαν το κεφάλι και  ξανάθαψαν το σώμα του. Το ακέφαλο σώμα το βρήκαν οι τούρκοι, αλλά με τη μεσολάβηση του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, η σωρός του  μεταφέρεται και ενταφιάζεται στον περίβολο του Βυζαντινού ναού των Ταξιαρχών. Το 1950 μεταφέρεται εκεί και η κεφαλή του. Αργότερα πλάι του θάφτηκε  και η γυναίκα του.
 Υπάρχουν και άλλες εκδοχές σχετικά με το θάνατό του, αλλά αυτή είναι η επικρατέστερη.
 Ο θυσία του συγκλόνισε τον Ελληνισμό και συνάμα δυνάμωσε τον αγώνα . Ο Παύλος Μελάς έγινε οδηγός και μπροστάρης στους αγώνες για τη Μακεδονία.  Στα βήματά του πάτησε η Ελευθερία της Μακεδονίας. Το όνομά του έγινε σύμβολο του Μακεδονικού αγώνα. Υμνήθηκε και ενέπνευσε τους μεγαλύτερους  ποιητές και δημιουργούς της τέχνης.            
              
    
       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου