Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Αποχαιρετισμός του Κ. Στεφανόπουλου από τον δημοσιογράφο Μιχάλη Στρατάκη


Ας μου επιτραπεί να προσθέσω κι εγώ μια πινελιά στον καμβά της θλίψης, για το φευγιό του Κωστή Στεφανόπουλου.
Του Άξιου, που δεν έλαβε αξία από το αξίωμα, αλλά έδωσε αξία στο αξίωμα.
Του Ανθρώπου, που έφυγε ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά, μα προπάντως τιμημένα.
Το κείμενο που ακολουθεί, γράφτηκε σε χρόνο ανύποπτο. Το δημοσιεύω σήμερα, και ας θεωρηθεί κατάθεση ενός λουλουδιού και πολλής αγάπης στο φέρετρο και στη μνήμη του μεγάλου Πολιτικού, Έλληνα και Ανθρώπου.

Μια από τις πολλές «λόξες» μου είναι ότι δεν τα πάω καθόλου καλά με τα κάθε λογής παλάτια και με όσους κατοικοεδρεύουν εντός αυτών. Αν ένας φίλος μου γίνει ένοικος παλατιού, βάζω τελεία και παύλα στη σχέση μου μαζί του.
Ένας τέτοιος φίλος είναι o τέως πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Κωστής Στεφανόπουλος. Καλός φίλος μέχρι που εξελέγη πρόεδρος. Έτσι και εξελέγη όχι ότι άλλαξαν τα αισθήματά μου γι αυτόν, απλώς δεν αισθανόμουν την ανάγκη να συνεχίσω να κουβεντιάζω μαζί του, έτσι όπως κουβεντιάζαμε παλιά.
Από το 1980 γνωριζόμαστε. Η γνωριμία μας όμως έγινε φιλία μετά το 1984 όταν απεχώρησε από τη Νέα Δημοκρατία και ίδρυσε το δικό του κόμμα, τη Δημοκρατική Ανανέωση. Τη ΔΗΑΝΑ. Στη Θεσσαλονίκη βρισκόταν πολύ συχνά. Και τότε που ήταν στη ΝΔ και μετά που διέθετε δικό του κόμμα. Κάθε φορά που ερχόταν στη Θεσσαλονίκη το πρόγραμμά του περιελάμβανε, οπωσδήποτε, και μια συνάντηση μαζί μου. Πότε για συνέντευξη, πότε για φαγητό και πότε για μουχαμπέτι σε διάφορες συνάξεις που γινόντουσαν σε σπίτια φίλων του όπως του Θωμά Βουλινού και του Καλλίνικου Βαϊζίδη.
Αυτός ο άνθρωπος – και αυτό θυμάμαι από αυτόν – αποτελούσε την ενσάρκωση της αρετής. Εάν δεν διέθετε το θείο δώρο της εκπληκτικής ρητορικής δεινότητας που τον κρατούσε στο πολιτικό σκηνικό, αυτή η αρετή του σίγουρα θα τον είχε εξαφανίσει πολύ νωρίς από προσώπου πολιτικής. Διότι οι πάντες γνωρίζουν ότι σε αυτή τη χώρα το μεγαλύτερο ντεσαβαντάζ ενός πολιτικού είναι η αρετή.
Ο Κωστής Στεφανόπουλος δεν μπορούσε να δεχτεί το άδικο. Επαναστατούσε κάθε φορά που το έβλεπε μπροστά του. Επαναστατούσε γιατί τον έπνιγε. Ακόμα και όταν η αδικία δεν στρεφόταν εναντίον αυτού του ιδίου. Κυρίως όταν δεν στρεφόταν εναντίον αυτού του ίδιου, αλλά γινόταν σε βάρος κάποιου άλλου ανθρώπου, όποιος και αν ήταν αυτός. Αν μου ζητούσαν να περιγράψω με μια λέξη αυτόν τον άνθρωπο, θα απαντούσα, χωρίς καθόλου να σκεφτώ: «Κωστής ο Δίκαιος».
Και όμως αυτόν τον δίκαιο άνδρα βρήκαν πολλοί – από την παράταξή του – να πολεμήσουν με τους πιο άδικους τρόπους. Αλλά σάμπως την ίδια ακριβώς τύχη δεν είχε και ο δίκαιος Αριστείδης; Εμείς ως νεοέλληνες μη έχοντας τι άλλο να κάνουμε, αντιγράφουμε τους αρχαίους ημών προγόνους. Μόνο, όμως, τα εγκλήματά τους.
Στη μίμηση των εγκλημάτων είμαστε εξπέρ. Οι ισχυροί της τότε ΝΔ έπεσαν, δι όλων των μηχανισμών τους, πάνω του και πάνω στο κόμμα του με κανιβαλικές διαθέσεις. Τον κατασπάραξαν. Κατασπάραξαν και όλα τα στελέχη της ΔΗΑΝΑ που δεν δέχθηκαν να πουλήσουν τη συνείδησή τους, τις ιδέες τους και τον Κωστή.
Κάποιοι άλλοι μια χαρά πουλήθηκαν και αργότερα βολεύτηκαν και στο κουβέρνο. Εκείνοι που εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι «την προδοσία πολλοί ηγάπησαν, τον προδότη ουδείς», προφανώς δεν αναφέρονται στη συγκεκριμένη πολιτική παράταξη όπου ισχύει άλλο ρητό: «Την προδοσία πολλοί ηγάπησαν, τον προδότη ελάτρεψαν».
Τέλος πάντων, το γεγονός ότι τελικά ο Κωστής Στεφανόπουλος για δύο θητείες εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας ήρθε να επιβεβαιώσει ότι όντως «το άδικο ουk ευλογείται». Και ο αδικηθείς δικαιώθηκε κατά τρόπο πανηγυρικό, υπό τα χειροκροτήματα του συνόλου του ελληνικού λαού.
Έχω να θυμάμαι ένα πολύ χαρακτηριστικό περιστατικό που δείχνει το μεγαλείο αυτού του ανθρώπου.
Ήταν το 1981. Λίγο πριν τις εκλογές. Άγρια περίοδος αφού τα αίματα έβραζαν.
Από τη μια όχθη έβραζαν τα αίματα εκείνων που κρατούσαν και το πεπόνι και το μαχαίρι της εξουσίας και δεν ήθελαν να το χάσουν και από την άλλη έβραζαν τα αίματα εκείνων που λιγουρεύονταν και το πεπόνι και το μαχαίρι.
Το όλο κλίμα μύριζε προεμφυλιοπολεμική περίοδο. Εκείνοι που έβλεπαν ότι λίαν συντόμως θα έφευγε από τα χέρια τους η εξουσία, έψαχναν να βρουν εξιλαστήρια θύματα για να δικαιολογήσουν τα δικά τους λάθη και για να φορτώσουν αλλού τις δικές τους ευθύνες.
Ένα από αυτά τα εξιλαστήρια θύματα – αν όχι το μοναδικό – ήμουν εγώ. Αποτελούσα το «κόκκινο πανί» για τους «ταύρους» της Νέας Δημοκρατίας, λόγω της αρθρογραφίας μου στη «Θεσσαλονίκη». Μέχρι και σκοποβολή με βέλη πάνω στη φωτογραφία μου έκαναν εκείνη την εποχή οι ΟΝΝΕΔίτες, τα «βαμπίρ» όπως τους αποκαλούσα. Μέχρι και κάποιους αρσιβαρίστες είχαν προσλάβει για να μου κάνουν «ζημιά» μέσα σε ένα γυμναστήριο που πήγαινα στην οδό Βενιζέλου και ευτυχώς που οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες του με ενημέρωσαν εγκαίρως και έτσι δεν βρέθηκα «τυχαία» πλακωμένος κάτω από μια μπάρα με βάρη. Τέτοιο ήταν το κλίμα τότε.
Αλλά εγώ δεν χαμπάριαζα. Ίσα – ίσα φρόντιζα να τους μπαίνω στη μύτη για να έχω μετά να γράφω στη στήλη μου τις ανοησίες που έκαναν σε βάρος μου.
Σε μια μεγάλη ταβέρνα στην Αρετσού γινόταν μια συνεστίαση της ΝΔ στην οποία ομιλητής ήταν ο Κωστής Στεφανόπουλος, υπουργός της τότε κυβέρνησης.
Και επειδή τον συμπαθούσα και επειδή με ενδιέφερε να τον ακούσω αλλά και επειδή ήθελα να ξαναμπώ στη μύτη των συγκεντρωμένων, πήγα στην εκδήλωση.
Ε, λοιπόν, αν έβλεπαν να μπαίνει στην αίθουσα ο ίδιος ο Βελζεβούλ δεν θα αντιδρούσαν όπως αντέδρασαν μόλις είδαν εμένα. Κάποιοι βούτηξαν πάνω από το τραπέζι μαχαίρια, άλλοι έπιασαν πιρούνια, όλοι από κάτι έπιασαν. Εγώ, κύριος.
Σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Στήθηκα σε μια γωνιά ακουμπώντας την πλάτη μου στον τοίχο, καλού κακού, άνοιξα το σημειωματάριό μου, έβαλα το κασετόφωνό μου να καταγράψει την ομιλία του Κωστή και έκλεισα τα αφτιά μου. Όσο, όμως, και αν τα είχα κλείσει, πάλι άκουγα τα μπινελίκια που μου ερχόντουσαν σταλμένα από κάθε σημείο της αίθουσας. Χώρια τα νοήματα που έβλεπα να μου κάνουν με τα μαχαίρια, τα πιρούνια και το λυγισμένο δάχτυλο του χεριού τους.
Και ο Κωστής Στεφανόπουλος τα έβλεπε εκείνα αλλά τι μπορούσε να κάνει; Άλλωστε κανένας δεν ασχολιόταν μαζί του. Όλοι με εμένα ασχολιόντουσαν. Κάποια στιγμή το ποτήρι της υπομονής μου ξεχείλισε. Έβαλα στην τσέπη μου το σημειωματάριο και το μαγνητόφωνο και έφυγα χωρίς να τους … καληνυχτίσω.
Αυτοί όμως με καληνύχτισαν με ένα «ουστ». Εκείνη τη στιγμή και ενώ βρισκόμουν ήδη στην πόρτα γύρισα και κοίταξα τον Κωστή. Είχε σταματήσει να μιλάει και ήταν κατακόκκινος.
Πήγα κατευθείαν στην εφημερίδα μου και πριν μου φύγουν τα νεύρα άρχισα να γράφω για τα όσα είχαν γίνει λίγη ώρα πριν στην Αρετσού. Δεν είχα τελειώσει το κομμάτι που έγραφα, όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν ο αείμνηστος Κώστας Δημάδης, διευθυντής της «Μακεδονίας» που στεγαζόταν έναν όροφο κάτω από εμάς.
«Μπορείς να κατεβείς για λίγο κάτω που σε θέλω;» με ρώτησε.
Άφησα το γραφείο μου και κατέβηκα στη «Μακεδονία». Ο Κώστας Δημάδης δεν καθόταν στο γραφείο του στο κέντρο της μεγάλης αίθουσας της εφημερίδας. Ενώ τον έψαχνα, τον είδα όρθιο στην ανοιχτή πόρτα ενός ιδιαιτέρου γραφείου που υπήρχε στην εφημερίδα και το οποίο χρησιμοποιούνταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Μου έκανε νόημα να πάω εκεί και πήγα. Μπαίνοντας στο γραφείο είδα όρθιο τον Κωστή Στεφανόπουλο να με περιμένει. Απόρησα πότε πρόλαβε και έφυγε από το κέντρο που μιλούσε και είχε φτάσει στην εφημερίδα.
Σίγουρα δεν είχε ολοκληρώσει την ομιλία του.
«Ήρθα για να σου ζητήσω συγνώμη γι αυτά που έγιναν σε βάρος σου» μου είπε
Τα έχασα. Δεν είχα συνηθίσει να μου ζητούν συγνώμη και μάλιστα άνθρωποι της εξουσίας.
«Μα δεν φταίτε εσείς κύριε υπουργέ…» του απάντησα.
Η απάντησή του με καθήλωσε.
«Έφταιγα και εγώ Μιχάλη, γιατί έπρεπε να προλάβω τα όσα συνέβησαν.» μου τόνισε.
Αυτός ήταν, και πιστεύω ότι συνεχίζει να είναι, ο Κωστής Στεφανόπουλος.
Η «συγνώμη» του ήταν ειλικρινής και χωρίς ανταλλάγματα. Αυτό που έκανε δεν το έκανε για να με «μαλακώσει» και έτσι να εξασφάλιζε ότι δεν θα έγραφα εναντίον του κόμματός του τίποτα για τα όσα είχαν συμβεί. Ούτε καν μου έθιξε τέτοιο θέμα.
Δεν τον ενδιέφερε το τι θα έγραφα και εναντίον ποίων θα έστρεφα τα πυρά μου. Απλώς, βρέθηκε μάρτυρας σε μια κατάφορη αδικία που έγινε, παρουσία του, σε βάρος ενός δημοσιογράφου που κανένα δεν προκάλεσε και απλά πήγε για να κάνει τη δουλειά του. Και αυτή η αδικία αισθάνθηκε να τον πνίγει.
Αν ήταν άλλος στη θέση του, σίγουρα διαφορετικά θα αντιδρούσε. Όχι «συγνώμη» δεν θα μου ζητούσε αλλά το πιθανότερο θα ήταν όταν έβλεπε τους άλλους να έχουν χουφτώσει τα μαχαιροπίρουνα, να χούφτωνε κι αυτός τη σωλήνα του μικροφώνου και να έδινε το σύνθημα «βουρ και τον φάγαμε».
Τώρα που ο Κωστής Στεφανόπουλος δεν κατοικοεδρεύει πλέον σε μέγαρο, ελπίζω να βρεθούμε ξανά κάποια μέρα.
Αυτή τη φορά εγώ θα του ζητήσω συγνώμη γιατί στα δέκα χρόνια που ήταν πρόεδρος της Δημοκρατίας είχα φροντίσει να τον «ξεχάσω».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου