Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

Η ΚΑΤΑΡΑ


Κάθε που μπαίναμε στην αυλή του σχολείου από την πίσω πλευρά  και μάλιστα μέσα από την αυλή ενός σπιτιού, σκύβοντας με προσοχή κάτω από ένα πλίθινο «καπιτζίκι», δεν υπήρχε περίπτωση να μη τη δούμε. Και πιο πολύ δεν υπήρχε περίπτωση να μη μας μιλήσει και να της μιλήσουμε.
Όρθια κατά το «ήμισυ» και πιασμένη από τα αγκαθωτά και σκουριασμένα σύρματα της περίφραξης του σχολείου, κρεμόταν εκεί με τις ώρες. Εκεί το πρωί, εκεί το απόγευμα να μας περιμένει, πότε θα μπούμε στην τάξη, πιάνοντας κουβέντα μαζί μας και «φωνάζοντας»  πολλές φορές, όταν αργούσαμε για το μάθημα.
Ύστερα, σαν μπαίναμε στις τάξεις και σταμάταγαν οι φωνές, ξεκρέμαγε πάλι το κορμί της από την περίφραξη και σέρνοντας τα πόδια της, πήγαινε να κρυφτεί στο τρύπιο από τους βοριάδες καλύβι της, για να βγει ξανά όταν θα άκουγε πάλι «νταβαντούρι» στην αυλή. Ζωή κι αυτή… Όλο τα ίδια και τα ίδια!
Ήταν η γριά όπως τη λέγαμε η Κατερίνα ή αλλιώς η Κατερινιώ, όπως τη φώναζαν στο χωριό με το παρατσούκλι της. Χρόνια τώρα ήταν μόνη εκεί στο ίδιο μέρος, με μόνη καλή συντροφιά τις γάτες και τα σκυλιά, τα «καλοκάγαθα» αυτά ζωντανά, που ευτυχώς την επισκέπτονταν κάθε τόσο για να φάνε από τα απομεινάρια της πενιχρής τροφής της, που «χαλάλι» της έδιναν οι δικοί της αλλά και οι γείτονές της, μια και η ίδια, λόγω της ηλικίας της και γενικά της κακής της σωματικής  κατάστασης, ήταν αδύνατο να συντηρηθεί.
Τώρα αν θα έλεγε κανένας, πως και εμείς της κάναμε παρέα και της προσφέραμε ένα κομματάκι ψωμί, θα ήταν ψέματα, γιατί σαν παιδιά, μάλλον αυτά τα προσπερνούσαμε με ένα γεια και κοιτάζαμε μονάχα το παιχνίδι. Εδώ, προς απογοήτευση βέβαια πάντα της ίδιας, που  μας έβλεπε στα πρόσωπα με τόσο… μεγάλη λαχτάρα για επικοινωνία μαζί της! Φυσικά παράλληλα και με το γεγονός, ότι από μέσα της, φαινόταν ότι μας «πήγαινε» και πάρα πολύ, αφού όλο μας χαμογελούσε. Ίσως όταν μας έβλεπε να  έπαιρνε κουράγιο και ζωή από τη ζωή μας!
Εκείνο το απόγευμα του καλοκαιριού η ηλικιωμένη, μετά από πολύ κόπο, είχε τελειώσει το λούσιμο των μαλλιών της μέσα στη «σκαφίδα» και τα χτένιζε στο δροσερό αεράκι, ακουμπισμένη σε ένα κούτσουρο. Παραδίπλα η φωτιά, ακόμα συνέχιζε να καίει και να βγάζει άσπρο καπνό με το μαύρο καζάνι πάνω στην πυροστιά που ζέστανε το νερό της. Καλό το απόγευμα σήμερα και ακόμα πιο πολύ, κατάλληλες οι ώρες, μετά από ένα φοβερό λιοπύρι το μεσημέρι, να πλυθεί και να δροσίσει το κεφάλι της η γυναίκα!
Από την άλλη πλευρά της περίφραξης τα παιδιά του σχολείου. Τα παιδιά της ζωής και της χαράς! Μόλις τώρα τελείωσε η πρώτη ώρα του μαθήματος και στο διάλλειμα ξεκίνησαν τα παιχνίδια τους. Φωνές και τσιρίδες παντού, τρεξίματα, αγκαλιές και σπρωξίματα, γέλια και κλάματα, όλα τα έχει ο μπαχτσές σ’ αυτή τη γειτονιά που πετάνε οι άγγελοι.!
Και κάποιες από αυτές τις όμορφες ανθρώπινες υπάρξεις, έστησαν το δικό τους παιχνίδι, εκεί κάτω στην αυλή, λίγα μέτρα μακριά από το φτωχοκάλυβο της γριά της Κατερίνας. Αμέριμνα τα βλαστάρια, παίζουν τον «κουτσό», κοιτάζοντας με προσοχή και παρακαλώντας από μέσα τους, πότε θα κάνει λάθος να πατήσει τις γραμμές ο συμπαίχτης και συμμαθητής τους ή πότε θα βγάλει έξω από αυτές την «ομάδα», για να χάσει και έτσι να του πάρουν τη θέση.
Πάνω στη μαγεία του παιχνιδιού τους τα παιδιά, δεν βλέπουν καθόλου τη γιαγιά δίπλα τους, που μόλις τέλειωσε και το χτένισμα των κάτασπρων μαλλιών της και είναι έτοιμη να φορέσει τη μαύρη μαντήλα στο κεφάλι της. Από την άλλη βέβαια και αυτή την ίδια στιγμή, ενώ περιποιείται το σώμα της, ζει στον δικό της τον κόσμο. Δεν αισθάνεται και δεν ακούει τίποτε άλλο από αυτόν τον κόσμο που έφτιαξε η ίδια στο μυαλό της και φυσικά τον απολαμβάνει!
Τόσο κοντά οι άνθρωποι μεταξύ τους καμιά φορά! Ο καθένας όμως ανάλογα με τα ενδιαφέροντα και τη δουλειά του, ζει σε διαφορετικούς κόσμους!
-Ωχ μάνα μου… ακούστηκε κάποια στιγμή από τα χείλη της γριάς, συνοδευόμενο από ένα δυνατό βογγητό. Η ήρεμη ως τότε και γεμάτη μαγεία ατμόσφαιρα διακόπτεται και τη θέση της παίρνει μια εντελώς αντίθετη κατάσταση, καθώς αυτή πιάνει με τα χέρια το κεφάλι της, και μέσα από τα δάχτυλά της βλέπει να τρέχει σταγόνα-σταγόνα το αίμα πάνω στα κουρελιασμένα ρούχα της. Δυστυχώς η κακιά στιγμή, εκεί που δεν την περιμένει κανένας, έκανε το θαύμα της και έφερε πάνω της ένα κακό. Μικρό κομμάτι από κεραμίδι που έπαιζαν τα παιδιά απέναντι, άγνωστο με ποιο τρόπο ως εκείνη τη στιγμή, ήρθε και τη χτύπησε. Τη βρήκε ξαφνικά, εντελώς απροετοίμαστη και ανίκανη για να προστατευθεί και γι αυτό της προκάλεσε φοβερό πόνο. Τόσο που την έκανε να ουρλιάξει αλλά και να θυμώσει.
Έτσι πάνω στην οδύνη της και τον παράφορο θυμό, δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Με γοερά κλάματα και έντονο μοιρολόι, άρχισαν να βγαίνουν από το στόμα της βρισιές, βλαστήμιες και κατάρες, σε αυτόν  που τόλμησε χωρίς λόγο και αφορμή, να της προκαλέσει τέτοια συμφορά. Και φυσικά ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι υπεύθυνοι; Μονάχα τα παιδιά που έπαιζαν κοντά της!
Χωρίς πολύ να το σκεφτεί λοιπόν και με τη σιγουριά που της έδινε το ένστικτο, η δύστυχη, έκανε κουράγιο και σχεδόν σερνόμενη στο έδαφος, τράβηξε προς τα σύρματα της περίφραξης. Πιάστηκε από το πέτρινο πεζούλι και προσπάθησε να κρατηθεί όρθια στα πόδια της. Όταν το κατάφερε, άρχισε πάλι να εκστομίζει αυτή τη φορά συγκεκριμένα προς τα παιδιά, τα ίδια λόγια, συνοδευόμενα με απειλές και ζητώντας επιτακτικά από αυτά να της πουν, τον αίτιο και δράστη του παθήματός της.
Τα λόγια της γριάς, που εκείνη την ώρα έβγαιναν μέσα από τα σκοτεινά βάθη της ψυχής της, ήταν πολύ βαριά και σκληρά για τα παιδιά. Επαναλαμβάνονταν κάθε τόσο από το στόμα της με τέτοιο πάθος και μίσος, που θα τρόμαζαν όποιον και θα τα άκουγε. Ζητούσαν από τον Θεό εκδίκηση, αίμα, ακόμα και θάνατο!
Όμως αλίμονο! Ήταν λόγια που θα ήταν καλύτερα να μην τα έλεγε μια γυναίκα της ηλικίας της. Μάλιστα προς αυτούς τους νέους ανθρώπους, που έχουν μια ζωή μπροστά τους! Γιατί, όπως οι ευχές των ηλικιωμένων, συνοδεύουν τους νέους για μια καλή ζωή, προκοπή και υγεία, έτσι αντίθετα μπορεί να τους συνοδεύουν και οι βλαστήμιες  τους και οι κατάρες για την καταστροφή.
Ποια όμως από τις χαρούμενες εκείνες υπάρξεις, θα μπορούσε να είχε την ώριμη σκέψη και το θάρρος κάποιου μεγάλου, να πάει μπροστά της και υπεύθυνα, χωρίς να κρύβεται να της πει, εγώ το έκανα με τη θέλησή μου ή όχι; Κανένα! Σε αυτή την ηλικία, επειδή επικρατεί ο φόβος της τιμωρίας, όλα τα παιδιά κρατάνε το στόμα τους κλειστό. Γι αυτό, όταν είδαν τη γριά με τα αίματα στο κεφάλι, έξαλλη να τα φωνάζει, το έβαλλαν στα πόδια και εξαφανίστηκαν. Μαζί τους και ο «ένοχος». Το παιδί, ο συμμαθητής τους, που όλοι τον ήξεραν αλλά ήταν δύσκολο να τον μαρτυρήσουν.
Το γεγονός όμως αυτό, ήταν αδύνατον να περάσει έτσι απαρατήρητο από τον δάσκαλο, που ακούγοντας τις φωνές βγήκε έξω από το γραφείο του και τράβηξε αμέσως προς τη γριά. Η δύστυχη, ήταν ακόμα στα σύρματα «εκτός εαυτού». Μαζί έτρεξαν τρομαγμένοι και οι γείτονες. Με τα αίματα να συνεχίζουν να τρέχουν χωρίς σταματημό από το κεφάλι της και η ίδια να τα σκουπίζει με την παλάμη, την πήραν στα χέρια τους και την ξάπλωσαν πάνω στο τρύπιο αχυρένιο στρώμα της που είχε για κρεβάτι, μέσα στο «κατ’επίφασιν» σπιτάκι της. Ύστερα κάποιοι με ένα κανάτι, πήραν νερό από μια τουλούμπα που ήταν εκεί κοντά και  έπλυναν την πληγή της. Και κάποιοι άλλοι βέβαια, προσπαθούσαν να ηρεμήσουν την ψυχή της γιατί το σώμα της έτρεμε, ποιος ξέρει από τον φόβο ή από τον θυμό της.
Τότε ο δάσκαλος που παρακολουθούσε τη σκηνή, πρότεινε σε κάποιους να φέρουν τριμμένο καπνό και να το βάλλουν στην πληγή της, για να σταματήσει το αίμα και να μην προκληθεί μόλυνση. Έτσι και έγινε. Από ένα ξερό σαντάλι μέσα στην αποθήκη και από μια αρμάθα του, έκοψαν λίγο καπνό, το έτριψαν και το σκόρπισαν πάνω στην πληγωμένη περιοχή του κεφαλιού. Παράλληλα την έδεσαν με μια κορδέλα από ύφασμα. Μόλις η γριά είδε πως δεν τρέχει πια αίμα από το κεφάλι της, τότε φάνηκε να ηρεμεί. Ωστόσο όμως δεν σταμάτησαν να βγαίνουν από το στόμα της βαριές κουβέντες. Αλλοίμονο!
Μετά από ώρα, μπαίνοντας πάλι ο δάσκαλος στην τάξη, μάζεψε τους μαθητές, που όλοι ήξεραν για το συμβάν και τους ζήτησε να του πούνε λεπτομέρειες. Φυσικά ήταν πολύ εύκολο να μάθει και ποιος το έκανε! Έτσι όταν ρώτησε, το παιδί με μαύρο δάκρυ, μετανοιωμένο, ομολόγησε την πράξη του. Είπε πως έγινε ενώ έπαιζε με τους άλλους συμμαθητές του τον «κουτσό» και πως επειδή κάποια στιγμή εκνευρίστηκε με την συμπεριφορά του συμπαίκτη του, πέταξε το κεραμίδι, την «ομάδα» όπως τη λέγανε προς το μέρος του. Αυτή όμως αντί να πάει σε αυτόν, πήγε στο κεφάλι της γριάς, που ήταν έξω από την περίφραξη.
Ακούγοντας την περιγραφή ο δάσκαλος δεν του είπε κουβέντα. Ήξερε πόσο καλό παιδί ήταν ο μαθητής και πόσο στεναχωρήθηκε. Δεν ήθελε λοιπόν να το στεναχωρήσει περισσότερο. Εξ άλλου η ώρα ήταν περασμένη και έπρεπε να σχολάσουν. Γι αυτό χτύπησε το κουδουνάκι και άφησε τα παιδιά να πάνε στα σπίτια τους. Το πρωί με το καλό θα ξανάπιανε το θέμα, μια και το θεώρησε πολύ σοβαρό για τη διαπαιδαγώγηση των μαθητών του. Ως τότε είχε χρόνο να σκεφτεί και να βρει την καλύτερη λύση για την αντιμετώπισή του!
Σαν έπεσε η νύχτα, το παράθυρο ενός χαμηλού σπιτιού στο χωριό δεν σταμάτησε να φωτίζει. Ο «μπερντές» από μέσα ξεχάστηκε να τραβηχτεί και η λάμπα, κρεμασμένη στο ντουβάρι για να φωτίζει, ζήταγε κάθε τόσο να την γεμίζουν  με πετρέλαιο. Μέσα στο σπίτι οι άνθρωποι δεν μιλάνε παρά μόνο ακούγονται οι  αναστεναγμοί τους. Με θλιμμένα τα πρόσωπα, περιφέρονται σαν σκιές στο μισοσκόταδο, έτοιμα να καταρρεύσουν. Πραγματικά είναι να τα λυπάται κανένας!
Αυτό είναι το σπίτι του μικρού μαθητή. Του παιδιού, που πάνω στο παιχνίδι χτύπησε τη γριά την Κατερίνα. Το καημένο, από τη στιγμή που γύρισε στο σπίτι του από το σχολείο, φάνηκε να είναι πολύ άρρωστο. Έκλαιγε ασταμάτητα και βογκούσε, όπως ακριβώς το τραυματισμένο αγρίμι από σφαίρα κυνηγού. Με το σπαρακτικό του το κλάμα, τρανταζόταν ολόκληρο το κορμί του και η ψυχούλα του από τους λυγμούς και τα αναφιλητά, ώρες-ώρες πήγαινε να βγει. Κρύος ο ιδρώτας, έτρεχε σαν το ποτάμι από το μέτωπό του και πότιζε το προσκεφάλι του. Πολλές φορές μάλιστα, φαινόταν να πέφτει και σε βαθύ λήθαργο, ύστερα να σηκώνεται στο κρεβάτι του και να παραμιλάει.!
Ήταν στ’ αλήθεια συγκλονιστικό! Ένα παιδάκι, που μέχρι  πριν λίγο έτρεχε, έπαιζε και τραγουδούσε, ξαφνικά βρέθηκε στο «κρεβάτι» σε άθλια κατάσταση για την υγεία του. Η μάνα του, με αναμαλλιασμένο τα μαλλί και με τον πόνο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο, τη μια φορά το σήκωνε και το έσφιγγε στην αγκαλιά της και την άλλη, όπως το είχε ξαπλωμένο, του χάιδευε τα χεράκια και τα μάγουλα. Της ταλαίπωρης, περνούσαν από το μυαλό της οι χειρότερες σκέψεις για το αγγελούδι της. Αλλά και ο πατέρας σαστισμένος και αυτός από την εικόνα του παιδιού, έβγαινε και έμπαινε στο σπίτι, φωνάζοντας τους γείτονες να τον βοηθήσουν στις δύσκολες αυτές ώρες που περνούσε η οικογένειά του. Όμως ποιος να τον βοηθήσει! Ποιος από τους φτωχούς και τίμιους αυτούς ανθρώπους, γεωργούς στο επάγγελμα, ήξερε από ιατρική για να του δώσουν ένα χέρι βοήθειας στο δράμα του. Όλοι τους ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν!
Έτσι, μέσα σε αυτήν την απελπισία, οι καλόκαρδοι γείτονες, τη μόνη βοήθεια που θα μπορούσαν να τους προσφέρουν, ήταν να τους συμβουλέψουν να φέρουν από το διπλανό το χωριό μια «πρακτική», μη τυχόν το παιδί τους ήταν ματιασμένο ή το γιατρό από το νοσοκομείο της πόλης. Στο τέλος επικράτησε το δεύτερο. Με τα πολλά λοιπόν, είπαν στον Πρόεδρο να ανοίξει το  Κοινοτικό Γραφείο και να πάρει τηλέφωνο στο Ίδρυμα. Αμέσως τότε αυτός, έκανε όπως του είπαν και ανέφερε το γεγονός στο Νοσοκομείο. Ο δε υπεύθυνος από εκεί τον διαβεβαίωσε, πως θα στείλουν πολύ γρήγορα με το «νοσοκομειακό» αυτοκίνητο, ένα γιατρό στο χωριό, μια και το παιδί ήταν αδύνατον να μεταφερθεί το ίδιο στην πόλη.   
Ποιος ξέρει μετά από πόσες ώρες, μέσα στη νύχτα ένα αυτοκίνητο έκανε την εμφάνισή του στο χωριό. Ήταν το νοσοκομειακό με τον σταυρό ζωγραφισμένο πάνω του. Όσοι το περίμεναν στην πλατεία, το οδήγησαν στο σπίτι του άρρωστου παιδιού. Όταν έφτασε στην πόρτα, βγήκε από μέσα του ο γιατρός με την τσάντα στα χέρια. Έξω τον περίμενε η μάνα με δακρυσμένα τα μάτια. Εκείνη τη στιγμή νόμιζε πως ήρθε ο σωτήρας της…
Ο γιατρός έβγαλε τα εργαλεία του και έσκυψε πάνω στο παιδί. Το έψαξε από εδώ, το έψαξε από εκεί, το γύρισε μπρούμυτα, ανάσκελα, κούνησε το κεφάλι του, το ακροάστηκε, έκανε απορημένος ένα σωρό μορφασμούς, μουρμούρισε και κάτι στα χείλη του και στο τέλος, άνοιξε καλά το στόμα του και είπε προς ανακούφιση των γονέων του:
-Περίεργο! Δεν βλέπω τίποτα στον μικρό! Όλα του λειτουργούν σωστά.
Ύστερα με τα ακουστικά ακόμα στα αυτιά, γύρισε και ρώτησε τη μάνα:
-Μήπως έφαγε κάτι και το πείραξε;
Εκείνη, κοιτώντας τον μέσα από το αμυδρό φως στα μάτια, του απάντησε αρνητικά
-Δεν είναι δυνατόν, ξαναείπε ο γιατρός, απευθυνόμενος πάλι στη μάνα και δίνοντάς της ακόμα περισσότερο κουράγιο. Το παιδί είναι απολύτως φυσιολογικό. Δεν βλέπω να έχει κάτι… Ίσως θα χρειαστεί να το φέρετε στο νοσοκομείο για περαιτέρω εξετάσεις
-Τότε γιατρέ μου, ψέλλισε η φουκαριάρα.
Ο γιατρός σήκωσε τους ώμους του και δεν ήξερε τι να απαντήσει..!
Με πολύ στεναχώρια, ξημέρωσε η επόμενη μέρα. Όλα τα παιδιά του χωριού, έτρεξαν στο σχολείο για το μάθημα, μπήκαν στην τάξη, έπαιξαν στα διαλλείματα, ξαναμπήκαν. Μονάχα το παιδί που ήταν άρρωστο όλο το βράδυ δεν ήταν μαζί τους. Δεν καλυτέρευσε η υγεία του, παρά τα φάρμακα που του έδωσε ο γιατρός, πιστεύοντας πως θα το συνέφερε. ΟΙ γονείς και οι γείτονες, έφτασαν σε απόγνωση!
Μέσα σε αυτή την ομιχλώδη κατάσταση, έπεσε πάλι από μερικούς να πάνε να το δει μια πρακτική. Άλλοι ωστόσο είπαν, ότι το καλύτερο είναι να πάει στο νοσοκομείο. Μα οι πιο πολλοί σήμερα, επέμεναν να το διαβάσει ο παπάς, γιατί σίγουρα ήταν ματιασμένο ή είχε πάνω του κάποιο «κακό» που το βάρυνε. Έτσι φώναξαν και το παπά.
Ο καλός ιερέας, με το πετραχήλι μπροστά του και κρατώντας στα χέρια του τον σταυρό και την εικόνα του Χριστού, μπήκε στο σπίτι και τράβηξε κατ’ ευθείαν στο κρεβάτι του παιδιού. Εκεί, γονατισμένος μπροστά στην εικόνα του Θεανθρώπου, τη μια από μέσα του και την άλλη φωναχτά, άρχισε τις παρακλήσεις στη Χάρη Του. Τον πήρε πολύ ώρα στο διάβασμα. Επί πλέον ο ιερωμένος, έκανε και πολλές μετάνοιες και φίλησε πολλές φορές την Εικόνα, παρακαλώντας με πίστη τον Θεό να δώσει στο παιδί την υγεία.
Και το θαύμα δεν άργησε να γίνει! Το παιδί άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να κοιτάζει γύρω του, προσπαθώντας να εξηγήσει τι συμβαίνει. Ο ρασοφόρος το πήρε και το σήκωσε στο κρεβάτι. Ύστερα αφού βούτηξε λίγο βασιλικό στο νερό, ράντισε το μέτωπό του και του έδωσε να φιλήσει τον Σταυρό και την Εικόνα. Το ίδιο έκανε και στους γονείς του. Τότε όλοι όσοι ήταν μέσα στο δωμάτιο και έβλεπαν, έκαναν και αυτοί τον σταυρό τους, δοξάζοντας τον Κύριο.
Όταν τελικά σηκώθηκε το παιδί και περπάτησε και έφυγαν οι άνθρωποι της γειτονιάς, ο παπάς πήρε στην άκρη του τραπεζιού τους γονείς και τους είπε:
-Μη φοβάστε! Το παιδί σας με τη βοήθεια του Θεού, είναι εντελώς καλά. Η αρρώστια δεν ήταν στο σώμα του, γι αυτό και ο γιατρός δεν βρήκε κάτι επάνω του. Η αρρώστια ήταν μια  «έχθρα» που βασάνιζε την ψυχούλα του και που μπήκε μέσα της από κάποιον που του «ευχήθηκε» να πάθει κακό. Το κατάλαβα την ώρα που διάβαζα τις παρακλήσεις προς τον Θεό. Σαν αέρας το «κακό» αυτό βγήκε μέσα από το παιδί, πέρασε από μπροστά μου και πετάχτηκε έξω από την πόρτα. Θα ψάξουμε όλοι μαζί για να βρούμε αυτόν που το έκανε. Να τον παρακαλέσουμε να πάρει πίσω τα λόγια του. Γιατί να είστε σίγουροι, ότι και αυτός τυραννιέται από αυτό που έκανε!
Ακόμα δεν πρόφτασε να τελειώσει την κουβέντα του ο παπάς και μπήκε στο σπίτι ο δάσκαλος. Ανησύχησε και αυτός με την απουσία του παιδιού στο σχολείο. Με σεβασμό, φίλησε πρώτα το χέρι του ιερωμένου και ύστερα με ενδιαφέρον ρώτησε τους γονείς για την υγεία του παιδιού τους. Και οι δυο του είπαν για την καλυτέρευση! Έπειτα πήγε κοντά στο παιδί. Από τα λίγα λόγια που είπαν, κατάλαβε, πως ήταν εντελώς καλά. Ένα φυσιολογικό παιδί. Γι αυτό και δεν συνέχισε παραπέρα τη συνομιλία μαζί του.
Στη συνέχεια, έκανε νόημα στους γονείς και τον παπά, να τον ακολουθήσουν στο διπλανό δωμάτιο, για να μην ακούσει το παιδί τι θα τους πει. Εκεί στα όρθια, με πολύ αγάπη για τον μικρό, τους είπε για το χτεσινό συμβάν στο σχολείο και τον τραυματισμό της γριάς της Κατερίνας. Όλοι τους έμειναν κατάπληκτοι! Έτσι λοιπόν  έκαναν τη σκέψη, θα μπορούσε να εξηγηθεί η αρρώστια του παιδιού. Και στο τέλος ο δάσκαλος για να αποφορτίσει την κατάσταση και να διώξει από πάνω τους τη θλίψη, πρόσθεσε:
-Παιδιά είναι τι να τα κάνουμε! Όταν μεγαλώσουν θα καταλάβουν πόσο προσεκτικά πρέπει να είναι στις συναναστροφές τους, ώστε να μην στεναχωρούν κανένα από τους συνανθρώπους τους. Είτε με τη θέλησή τους, είτε όχι!
Αυτά είπε ο δάσκαλος και βγήκε έξω από την πόρτα, αφήνοντας για άλλη μια φορά άφωνους τους γονείς και τον παπά. Ακριβώς στην ώρα έμαθαν και ποιος ήταν η αιτία, που το παιδί όλο το βράδυ είχε αυτή την περιπέτεια. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί και σκεπτικοί. Ίσως λοιπόν πάνω στο μεγάλο πόνο που ένιωσε η γριά, να βγήκαν από το στόμα της λόγια «άσχημα» και «βλαστήμιες» για το παιδί τους. Και αυτές έπιασαν! Έτσι, για την ικανοποίηση αυτού του τρισάθλιου «κακού» στον κόσμο και μάλιστα με τον κίνδυνο της ζωής ενός μικρού και αθώου πλάσματος, που δεν πρόλαβε ακόμα να κάνει τη «γνωριμία» μαζί του!
-Τρέξτε, φώναξε ο ιερέας στους γονείς, τρέξτε να πάμε γρήγορα στο σπίτι αυτής της γυναίκας και να της πούμε να πάρει πίσω τις βαριές κουβέντες που είπε στον γιο σας και να τον συγχωρέσει, για ό,τι τέλος πάντων της έκανε. Είμαι σίγουρος πως θα το κάνει για να ξαλαφρώσει και η δική της η ψυχή!
Χωρίς χρονοτριβή όλοι μαζί, πήραν το δρόμο και τράβηξαν για το «κονάκι» της γιαγιάς. Αυτό βέβαια δεν ήταν και πολύ μακριά. Όταν έφτασαν και τράβηξαν από μπροστά το τρύπιο τσουβάλι που είχε για πόρτα, την είδαν να κάθεται σταυροπόδι και να σιγοκλαίει με παράπονο για τη ζωή της και πιάνοντας το κεφάλι της. Μόλις όμως αντίκρισε τους επισκέπτες να μπαίνουν, απότομα σταμάτησε και τα δακρυσμένα μάτια της πετάχτηκαν έξω από τις κόγχες τους. Αμέσως τότε με μια κίνηση του μανικιού της τα σκούπισε και τα χείλη της γέλασαν, αφήνοντας να φανούν στο στόμα, τα λίγα χαλασμένα δόντια που της έμειναν. Παραξενεμένη με την παρουσία ανθρώπων στο σπίτι της, άπλωσε τα χέρια και τους έδειξε να καθίσουν, πάνω σε δυο πέτρινες πλάκες και ένα παλιό ξύλινο σκαμνάκι, που προφανώς τα είχε για καρέκλες. Ύστερα, σαν εκείνοι κάθισαν,  με πολύ κόπο στην άρθρωση του λόγου και χωρίς καν αυτοί να τη ρωτήσουν, άρχισε να λέει το άδικο που έπαθε την προηγούμενη μέρα. Παράλληλα, ενώ μίλαγε, έσκυψε για να δούνε οι επισκέπτες την πληγή στο κεφάλι της. Ωστόσο όμως από τα λεγόμενα, έδειχνε πως δεν γνώριζε ποιος και με ποιες συνθήκες την χτύπησαν!
-Γι αυτό ήρθαμε, πήρε το λόγο και είπε ο ιερέας. Να σου πούμε, πρώτα να γίνεις καλά και ύστερα, πως το παιδί αυτών των ανθρώπων, και έδειξε τους γονείς, σε χτύπησε χωρίς να το θέλει στο κεφάλι!
-Αλήθεια! Στρίγκλισε εκείνη την ώρα η ηλικιωμένη και χτύπησε όσο πιο δυνατά μπορούσε το στήθος με τα κοκκαλιάρικα χέρια της. Γιατί, συνέχισε να φωνάζει, τι του έκανα; Και για να δικαιολογήσει την αγανάκτησή της, τράβηξε την ξεθωριασμένη μαντήλα από το κεφάλι της και έδειξε πάλι το τραύμα της.
-Μωρέ τίποτα, βιάστηκε να της απαντήσει ο Εφημέριος, γέρνοντας όσο μπορούσε προς το μέρος της και με ένα μειδίαμα μέσα στη γενειάδα του, για να την ηρεμήσει και να την καλοπιάσει. Αλλά να… της είπε. Μικρά παιδιά είναι. Όμως να ξέρεις δεν ήθελε εσένα. Κατά λάθος σε χτύπησε πάνω στο παιχνίδι με τα άλλα τα παιδιά!
 -Α! Έκανε πάλι η γριά, τώρα κάπως πιο μαλακωμένη στη συμπεριφορά της, ενώ έγειρε το κεφάλι της στη μια πλευρά σαν να λυπήθηκε. Δεν κάνει όμως έτσι… συνέχισε απευθυνόμενη στους γονείς.
Ο πατέρας κατέβασε το κεφάλι και δεν της απάντησε. Άλλωστε τι να της έλεγε! Με τη σιωπή του, ήταν σαν να της απαντούσε πως είχε δίκιο.
-Γιαγιά, ξαναπήρε το λόγο και είπε ο παπάς. Τα παιδιά που ήρθαν εδώ, θέλουν να συγχωρέσεις το παιδί τους και να πάρεις πίσω τα πικρά λόγια που του είπες. Ξανά στο λέω. Μικρό είναι. Και συ θα λυτρωθείς και το ίδιο θα σταματήσει να το βαρύνει η πράξη του. Ο Θεός θα σας συγχωρέσει και τους δυο!
Τα λόγια του παπά, μάλλον προβλημάτισαν την ηλικιωμένη. Κάθισε καλύτερα στα πόδια της και έριξε το βλέμμα, έξω από το καλύβι της. Έδειχνε να λυπήθηκε για ό,τι έγινε και προπάντων για αυτά που είπε στο παιδί! Δάκρυα έτρεξαν στα χαρακωμένα από τα χρόνια μάγουλά της και οι χοντρές σταγόνες τους, έπεσαν στη λερωμένη, παλιά ποδιά της. Για λίγη ώρα έμεινε χωρίς να μιλάει. Ύστερα με αδύνατη και τρεμάμενη φωνή, που μόλις μπορούσαν να ακούσουν τα αυτιά των συνομιλητών της, και που φανέρωνε «ενοχή», γύρισε τα μάτια της στους γονείς και τον παπά και τους είπε:
-Αλίμονο, βέβαια το συγχωρώ! Και ό,τι είπα, ας συγχωρέσει και μένα ο Θεός για να ηρεμήσει και μένα η ψυχή μου και να βρω και εγώ τη λύτρωση..! Αλήθεια το λέω υποφέρω…
Πήγε μεσημέρι. Ο πατέρας και μάνα του παιδιού, γύρισαν στο σπίτι κουρασμένοι. Μπαίνοντας στην αυλή, άκουσαν φωνές από παιδιά. Όλα μαζί έπαιζαν ένα παιχνίδι, από αυτά που συνήθιζαν να παίζουν κάθε μέρα στη γειτονιά. Πρώτο από όλα, έπαιζε χαρούμενο το δικό τους. Αλήθεια, ήταν εντελώς καλά. Όπως ήταν πριν αρρωστήσει. Απελευθερωμένο πλέον από εκείνη την μαύρη «κατάρα» της γριάς επάνω του!                                                                                          
                                                                                              6-12-2018
                                                                                        ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ
                                                                                                  
                                                                                            





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου