Τρίτη, 30 Μαρτίου 2021

Σε ΣΔΙΤ και ΕΣΠΑ εντάσσεται ο δρόμος Έδεσσα-Θεσσαλονίκη



Την δυσάρεστη έκπληξη του αποκλεισμού από τα εργαλεία χρηματοδότησης του ταμείου ανάκαμψης, το δρόμου Έδεσσα-Θεσσαλονίκη, διαδέχθηκε η ευχάριστη έκπληξη της είδησης ότι το πολύπαθο έργο θα ενταχθεί και θα χρηματοδοτηθεί με ΣΔΙΤ αλλά και από κονδύλια του ΕΣΠΑ. Την Δευτέρα στο Υπουργικό συμβούλιο, ο υπουργός Υποδομών Κώστας Καραμανλής, παρουσίασε μεταξύ άλλων και νομοθετική ρύθμιση για τις απαλλοτριώσεις και  αποζημιώσεις που θα δοθούν άμεσα για αυτό τον δρόμο.  Θυμίζουμε ότι βούληση του Υπουργείου Υποδομών ήταν η χρηματοδότηση του έργου απο το Ταμείο Ανάκαμψης. Δυστυχώς όμως δεν εντάσσεται δεδομένου ότι οδικές υποδομές δεν είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση απο το εν λόγω πακέτο. Οι μόνοι οδικοί άξονες που θα ενταχθούν για χρηματοδότηση απο το Ταμείο Ανάκαμψης ειναι ο ΒΟΑΚ και το βόρειο τμήμα του Ε-65 λόγω περιβαλλοντολογικών όρων αλλά και των πολλών τροχαίων που γίνονται στους οδικούς άξονες της Κρήτης

Η ενοποίηση του έργου

Ένα μεγάλο αγκάθι στην όλη ιστορία είναι η ενοποίηση του έργου αλλά και η ενιαία δημοπράτηση του. Θυμίζουμε ότι οι δυο παρακάμψεις, Χαλκηδόνας και Γιαννιτσών, είναι έργα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ενώ ο δρόμος Μαυροβούνι-Έδεσσα είναι έργο του ΥΠΕΧΩΔΕ. Το μεν πρώτο κομμάτι των παρακάμψεων έχει μελετητική ωριμότητα και είναι προς δημοπράτηση αμέσως μετά τις απαλλοτριώσεις, το δε άλλο δεν έχει μελέτη έτοιμη, αν και ο Υπουργός Κώστας Καραμανλής έχει δεσμευτεί ότι θα υπάρξει από το καλοκαίρι του 2021. Οι δυο παρακάμψεις κοστίζουν 200 εκατομμύρια συνολικά ενώ το κομμάτι Μαυροβούνι-Έδεσσα 70 εκατομμύρια. Σαφώς και θα υπάρξουν οι ανάλογες εκπτώσεις. Σε ανάλογες περιπτώσεις οι εκπτώσεις φτάνουν το 50%. 

 

Γιατί αποκλείστηκε Η Πέλλα από το ταμείο ανάκαμψης
Το ταμείο ανάκαμψης σχεδιάστηκε ως χρηματοδοτικό εργαλείο την περίοδο της υγειονομικής κρίσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Χάρη στον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, τα κράτη μέλη θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19, ενώ παράλληλα οι οικονομίες τους θα προχωρήσουν στην πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση ώστε να γίνουν πιο βιώσιμες και ανθεκτικές.

Προκειμένου να λάβουν στήριξη από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, ζητείται από τις χώρες της ΕΕ να καταρτίσουν μια συνεκτική δέσμη προγραμμάτων, μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων σε έξι τομείς πολιτικής:

πράσινη μετάβαση

ψηφιακός μετασχηματισμός

έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και απασχόληση

κοινωνική και εδαφική συνοχή

υγεία και ανθεκτικότητα

πολιτικές για την επόμενη γενιά, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων

Οι χώρες της ΕΕ έχουν, κατά κανόνα, προθεσμία έως τις 30 Απριλίου 2021 για να υποβάλουν τα εθνικά τους σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, στα οποία θα καθορίζονται τα μεταρρυθμιστικά και επενδυτικά τους θεματολόγια έως το 2026. Εύκολα κάποιος μπορεί να καταλάβει ότι οι οδικοί άξονες δεν εντάσσεται σε αυτό τον μηχανισμό και εύλογα είναι τα ερωτήματα, πως η Κυβέρνηση επέλεξε αυτό το χρηματοδοτικό εργαλείο. Άρα αναφορικά με τους άλλους δυο οδικούς άξονες στην Κεντρική Ελλάδα και στην Κρήτη, θα ενταχθούν λόγο της υγείας και της ανθεκτικότητας, της πολιτικής για την επόμενη γενιά αλλά και για την πράσινη μετάβαση. Μόνο όμως που και ο δικός μας δρόμος συμπεριλαμβάνεται στις παραπάνω περιπτώσεις.  Άρα το ζήτημα ήταν οικονομικό. Δηλαδή τελείωσαν τα χρήματα σε αυτά τα δυο μεγάλα έργα.

 

ΕΣΠΑ ΚΑΙ ΣΔΙΤ

Πλέον η μόνη λύση που μένει για την χρηματοδότηση του έργου, που στο κομμάτι των παρακάμψεων Χαλκηδόνας και Γιαννιτσών είναι ώριμο στο 100% και στο κομμάτι Μαυροβούνι-Έδεσσα, πρέπει να ολοκληρωθούν οι μελέτες, είναι η ένταξη του στο δημοσιονομικό ΕΣΠΑ 2020-2027 που η Κυβέρνηση δεν έχει ανοίξει ακόμη, καθώς και σε πρόγραμμα ΣΔΙΤ. Ακόμη είναι πολύ πιθανό να υιοθετηθεί ένα μεικτό σύστημα με την χρηματοδότηση από το κλασικό, δημοσιονομικό ΕΣΠΑ 2020-2027 και από το ΣΔΙΤ.   Οι ΣΔΙΤ έχουν έρθει στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια λόγω των σημαντικών πλεονεκτημάτων τους στην υλοποίηση δημοσίων έργων, όπως η αξιοποίηση της τεχνογνωσίας και της ευελιξίας του ιδιωτικού τομέα καθώς και η χρηματοδότηση με χαμηλό δημοσιονομικό κόστος. Ο νόμος 3389/2005 παρέχει ένα σαφές νομικό πλαίσιο για τις ΣΔΙΤ, το οποίο συμπληρώνεται από το νόμο για τις δημόσιες συμβάσεις. Οι αλλαγές που επίκεινται σε αυτόν θα επηρεάσουν και τις ΣΔΙΤ, με στόχο την υψηλότερη ταχύτητα και αξιοπιστία στη δημοπράτηση και εκτέλεση των έργων.

Οι Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) είναι συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός ιδιωτικού φορέα και του Δημοσίου, με στόχο την εκτέλεση έργου ή την παροχή υπηρεσιών. Πρόκειται για μορφές συνεργασίας με πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα για το ευρύτερο σύνολο, αφού με αυτές η χρηματοδότηση έργων υποδομής δεν προέρχεται από κρατικούς πόρους, ενώ ταυτόχρονα αξιοποιείται στην κατασκευή και τη συντήρηση των επενδύσεων η τεχνογνωσία, η ευελιξία και η υψηλή ποιότητα του ιδιωτικού τομέα.

Τα τελευταία χρόνια έχει δοθεί στην Ελλάδα μεγάλη ώθηση στις ΣΔΙΤ με βασικά πλεονεκτήματα αυτής της πρακτικής να θεωρούνται, εκτός όσων αναφέρθηκαν παραπάνω, και η αυστηρή τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων, η νομική ασφάλεια και η επιτάχυνση του χρόνου δημοπράτησης, καθώς και ο επιμερισμός των κινδύνων μεταξύ του Δημοσίου και των ιδιωτικών φορέων.

Νομικό πλαίσιο

Το νομικό πλαίσιο που διέπει τις ΣΔΙΤ είναι ο νόμος 3389/2005, ο οποίος ασχολείται αποκλειστικά με αυτές, ενώ επικουρικά για ορισμένες διαδικασίες που αφορούν το προσυμβατικό στάδιο, την προκήρυξη του διαγωνισμού και τη συμμετοχή σε αυτόν εφαρμόζεται ο νόμος 4412/2016 για τις δημόσιες συμβάσεις.

Από άποψη ενωσιακού δικαίου η Πράσινη Βίβλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κωδικοποιεί τις διάφορες μορφές συμπράξεων του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και ορίζει τα χαρακτηριστικά τους, ενώ η οδηγία 2014/23 αποσαφηνίζει την έννοια των συμβάσεων παραχώρησης έργου ή υπηρεσιών και τις διακρίνει από τις παραδοσιακές δημόσιες συμβάσεις ανάθεσης. Επιπλέον, οι οδηγίες 2014/24 και 2014/25 αφορούν στις ΣΔΙΤ συμβατικού τύπου, ενώ για τις ΣΔΙΤ θεσμοθετημένου τύπου διευκρινίζεται από την Πράσινη Βίβλο ότι δεν αποτελούν δημόσια σύμβαση και δεν μπορούν να υπαχθούν στο παράγωγο ενωσιακό δίκαιο περί δημοσίων συμβάσεων και συμβάσεων παραχώρησης.

Βασικά χαρακτηριστικά

Τέσσερα είναι τα εννοιολογικά στοιχεία μιας ΣΔΙΤ με βάση το νόμο 3389/2005. Πρώτον το αντικείμενο της σύμβασης να είναι εκτέλεση έργου ή παροχή υπηρεσιών που ανήκουν στην αρμοδιότητα δημόσιων φορέων, δεύτερον να υπάρχει το στοιχείο της ιδιωτικής χρηματοδότησης, τρίτον η ανάληψη ουσιώδους μέρους του κινδύνου να γίνεται από τον ιδιώτη και τέταρτον το προϋπολογιζόμενο κόστος της σύμβασης να μην υπερβαίνει τα 500 εκατομμύρια ευρώ.

Βασικό πλεονέκτημα των ΣΔΙΤ είναι η ιδιωτική χρηματοδότηση και η συνακόλουθη εξοικονόμηση κρατικών πόρων, καθώς και ο επιμερισμός των κινδύνων

Όπως προαναφέρθηκε, βασικό πλεονέκτημα των ΣΔΙΤ είναι ότι οι κίνδυνοι επιμερίζονται τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, αφού ο καθένας αναλαμβάνει διαφορετικούς ρόλους. Οι βασικοί τομείς ευθύνης του Δημοσίου είναι ο σχεδιασμός του γενικού πλαισίου, η αξιολόγηση των προσφορών, η υποστήριξη της εκτέλεσης του έργου, καθώς και η εποπτεία της υλοποίησής του. Από την άλλη, τα κύρια καθήκοντα του ιδιώτη είναι η εκπόνηση των απαιτούμενων μελετών, η εξασφάλιση της χρηματοδότησης, η εκτέλεση, λειτουργία και συντήρηση του έργου, καθώς και η απόδοσή του στο Δημόσιο μετά το πέρας της σύμβασης.

Η αμοιβή του ιδιώτη πραγματοποιείται είτε με τακτικές πληρωμές του Δημοσίου είτε με εκμετάλλευση του έργου και απολαβές από τους τελικούς χρήστες. Με αυτό το σχήμα, εξασφαλίζεται η μέγιστη οικονομική αποδοτικότητα των πόρων του Δημοσίου, αφού ελαχιστοποιείται η οικονομική συμμετοχή της αναθέτουσας αρχής και ακολουθείται μια αυστηρά ανταγωνιστική διαδικασία για την επιλογή του ιδιώτη.

Οι ΣΔΙΤ χωρίζονται σε δύο κατηγορίες με βάση το ενωσιακό δίκαιο. Οι ΣΔΙΤ συμβατικού τύπου περιλαμβάνουν τις διάφορες μορφές συνεργασίας ανάμεσα σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς που στηρίζονται αποκλειστικά σε συμβατικούς δεσμούς, όπως οι συμβάσεις ανάθεσης δημοσίου έργου ή υπηρεσίας και οι συμβάσεις παραχώρησης. Οι ΣΔΙΤ θεσμοθετημένου τύπου, οι οποίες αποτελούν τον πυρήνα της έννοιας και της λειτουργίας των ΣΔΙΤ, περιλαμβάνουν τη δημιουργία μιας εταιρείας ειδικού σκοπού, δηλαδή ενός κοινού φορέα μεικτού κεφαλαίου, που ελέγχεται από κοινού από το Δημόσιο και τον ιδιώτη και εξασφαλίζει τον αποτελεσματικό έλεγχο του πρώτου στον δεύτερο.

Περαιτέρω, τα έργα ΣΔΙΤ διακρίνονται σε ανταποδοτικά, στα οποία ο ιδιώτης αναλαμβάνει την εκμετάλλευση του τελικού έργου και αποπληρώνεται μέσω της είσπραξης τελών από τους χρήστες, και σε μη ανταποδοτικά, τα οποία αφορούν δομές κοινωνικού χαρακτήρα και στα οποία αποκλείεται η εκμετάλλευση από τον ιδιώτη και συνεπώς η αποπληρωμή του ιδιώτη γίνεται με τμηματικές καταβολές ποσού από το Δημόσιο.

Διαφορές ΣΔΙΤ από συμβάσεις παραχώρησης

Οι ΣΔΙΤ παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τις συμβάσεις παραχώρησης, καθότι και οι δύο είναι έγγραφες επαχθείς συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα με αντικείμενο την εκτέλεση δημοσίων έργων ή την παροχή δημοσίων υπηρεσιών. Ο ιδιώτης αναλαμβάνει αρμοδιότητες που παραδοσιακά ανήκουν στο Δημόσιο και αποκτά προνόμια αποκλειστικότητας στο έργο ή την υπηρεσία, δεσμεύοντας έτσι και τρίτα πρόσωπα, μη συμβαλλόμενα στη σύμβαση, ενώ η πληρωμή γίνεται μέσω της παραχώρησης του δικαιώματος εκμετάλλευσης του έργου στον ιδιώτη ανάδοχο.

Μία ακόμα ομοιότητα είναι ότι τόσο οι ΣΔΙΤ όσο και οι συμβάσεις παραχώρησης κυρώνονται με νόμο. Μπορεί ο νόμος 3389/2005 να μην επιβάλλει τη δημοσίευση των ΣΔΙΤ στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όμως κατά πάγια νομολογία του ΣτΕ τόσο οι συμβάσεις παραχώρησης όσο και οι ΣΔΙΤ πρέπει να κυρώνονται με νόμο, καθώς με αυτές η Διοίκηση προβαίνει στην παραχώρηση σε ιδιώτες αρμοδιοτήτων που ανήκουν σε δημόσιους φορείς, δεσμεύουν τρίτους μη συμβαλλόμενους και παρέχουν στον ιδιώτη το προνόμιο της αποκλειστικής εκμετάλλευσης.

Ωστόσο, οι δύο τύποι συμβάσεων παρουσιάζουν και ορισμένες διαφορές. Στις συμβάσεις παραχώρησης, ο ιδιώτης αποπληρώνεται από τον τελικό χρήστη της υπηρεσίας ή του έργου και μόνο συμπληρωματικά μπορεί πληρώνεται και από το Δημόσιο στην περίπτωση που πρόκειται για εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών. Από την άλλη, στις ΣΔΙΤ ο τρόπος αποπληρωμής μπορεί να γίνεται τόσο από το Δημόσιο όσο και από τους τελικούς χρήστες.

Η κυριότερη, όμως, διαφορά έχει να κάνει με την ανάληψη του κινδύνου, καθώς στις ΣΔΙΤ ο ιδιώτης είναι ο φορέας που επωμίζεται τον κίνδυνο, σε αντίθεση με τις συμβάσεις παραχώρησης, όπου η ιδιωτική ανάληψη κινδύνων είναι μόνο συμπληρωματικού χαρακτήρα. Επιπλέον, οι συμβάσεις παραχώρησης είναι διοικητικές συμβάσεις, των οποίων οι διαφορές επιλύονται στα διοικητικά δικαστήρια, σε αντίθεση με τις ΣΔΙΤ που επιλύονται μέσω διαιτησίας.

Πάντως, στην πράξη η διάκριση δεν είναι τόσο στεγανή. Ουσιαστικά, οι ΣΔΙΤ είναι ένα ευρύτερο σύνολο, το οποίο ενίοτε ενδέχεται να περιλαμβάνει και τις συμβάσεις παραχώρησης. Εφόσον μια σύμβαση παραχώρησης πληροί τα τέσσερα εννοιολογικά στοιχεία των ΣΔΙΤ, τότε, αν ο δημόσιος φορέας το επιλέξει, μπορεί να την υπαγάγει στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 3389/2005 και συνεπώς να τη θεωρήσει ΣΔΙΤ συμβατικού τύπου.

 

Κίνδυνος για Διόδια

Αν υιοθετηθεί χρηματοδότηση μέσω ΣΔΙΤ, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να κατασκευαστούν διόδια καθώς έτσι θα επέλθει η χρηματοδότηση του ιδιώτη ο οποίος θα βάλει τα χρήματα του. Σαφώς και πρόκειται για μια κακή εξέλιξη η οποία θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα. Ας ευχηθούμε να μην χρησιμοποιηθεί  μια τέτοια λύση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου