Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Σε χρόνο «ρεκόρ» για τα ελληνικά δεδομένα δημιουργήθηκε το Μουσείο της Πέλλας που συγκεντρώνει θετικές κριτικές στο σύνολό του ως σήμερα




«Είναι σπουδαίο πράγμα…
να αισθάνεσαι
ότι σε αγαπούν και σε σκέπτονται,
όταν δεν σε χρειάζονται...»

 Συνέντευξη με τη
Δρ. Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη, Αρχαιολόγο
Επίτιμη Διευθύντρια Υπουργείου Πολιτισμού

 Επιμέλεια: Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς*
  
Κυρία Λιλιμπάκη, θα σας γυρίσω αρκετά χρόνια πίσω, στα πρώτα σας ακούσματα, στις ρίζες σας, στην καταγωγή σας -αν δεν κάνω λάθος- από την Κρήτη. Θα θέλαμε να μας πείτε γι’ αυτές τις στιγμές, για τους δεσμούς σας με τη μεγαλόνησο…
Ο πατέρας μου γεννήθηκε στην ανατολική Κρήτη, στη Σίτανο (περιοχή Σητείας), ένα ορεινό χωριό στο οροπέδιο του Λασιθίου (το χωριό πήρε το όνομά του από την αρχαία Ίτανο, στα ανατολικά παράλια του νησιού). Έφυγε από το νησί με την κήρυξη του πολέμου το 1940-1941, επανήλθε την περίοδο της Κατοχής και ξαναστρατεύθηκε στη Μακεδονία στα χρόνια του Εμφύλιου. Μετά τον γάμο του με τη μητέρα μου, έμεινε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, όπου και γεννήθηκα. Με την οικογένεια της Κρήτης, όπου ζει πλέον μόνο ο μικρότερος αδελφός του πατέρα μου, αλλά υπάρχει πλήθος από αγαπητά εξαδέλφια, διατηρώ στενούς δεσμούς, καθώς τους επισκέπτομαι σχεδόν κάθε χρόνο, στο πλαίσιο των ολιγοήμερων θερινών διακοπών στην περιοχή της Ιεράπετρας. Οι παλιότερες αναμνήσεις που έχω από την οικογένεια της Κρήτης είναι αυτές του υπέργηρου παππού μου να τραγουδά στίχους του Ερωτόκριτου τις τελευταίες μέρες της ζωής του, το πανηγύρι του δεκαπενταύγουστου με τις μυρωδιές των σπιτικών γλυκών που ψήνονταν στους φούρνους της γειτονιάς και τους «κοριτσίστικους εφηβικούς ψιθύρους» με τις εξαδέλφες μου, τις εκδρομές στην ιστορική Μονή Τοπλού και στο φοινικόδασος του Βάη, μέσα από κακοτράχαλους χωματόδρομους και πάνω σε καρότσες φορτηγών.



Για τέσσερις σχεδόν δεκαετίες εργαστήκατε στον ίδιο χώρο, στην Πέλλα, την πρωτεύουσα της αρχαίας Μακεδονίας. Πώς προέκυψε η σύνδεση αυτή;  Ήταν εξαρχής η πρώτη σας επιλογή;
Φυσικά και δεν ήταν αρχικά αυτή η επιλογή μου. Όταν αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο, ήθελα να εργασθώ στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, γι’ αυτό και δεν επεδίωξα να διορισθώ στη Μέση εκπαίδευση, πράγμα που ήταν πολύ εύκολο τότε. Έτσι, εργάσθηκα για 2 χρόνια ως επιστημονική βοηθός στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια στις Κυκλάδες. Ήρθα στη Βόρειο Ελλάδα, όταν προέκυψε η ανασκαφή του μακεδονικού τάφου της Μαρίνας Νάουσας και στη συνέχεια κάποιες σωστικές ανασκαφές στη Βέροια. Έφθασα στην Πέλλα για να εποπτεύσω στρωματογραφικές τομές στο ψηφιδωτό της Οικίας της Ελένης που διενεργούσαν η Ε. Γιούρη (ως μελετήτρια) και ο Γ. Τουράτσογλου (επιμελητής της ΙΖ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, Ε.Π.Κ.Α.). Είχα προϊσταμένη την αείμνηστη Μ. Σιγανίδου, η οποία, καθώς ήταν ένας εξαιρετικός, γενναιόδωρος άνθρωπος, με στήριξε σε όλες τις επιλογές μου, όπως συνέβη εξάλλου και με τις άλλες εποχιακές συναδέλφους μου. Συνεργασθήκαμε θαυμάσια για 15 χρόνια, στη διάρκεια των οποίων είχα την ευκαιρία να δοκιμασθώ σε ανασκαφές, μουσειακές εργασίες, διοίκηση, δημόσιες σχέσεις κλπ. Γνώρισα καλά την Πέλλα και τα προβλήματά της, ώστε με το τέλος της δεκαετίας του ’80 να έχω σχηματίσει μια κατασταλαγμένη άποψη για την πορεία των ενεργειών που έπρεπε να γίνουν για την ανάδειξη του σπουδαίου αυτού χώρου. Ενέργειες που έγινε δυνατό να ευοδωθούν στις επόμενες δεκαετίες με την ενίσχυση των ευρωπαϊκών πλαισίων στήριξης. 


Μοιραστείτε μαζί μας την πρώτη σας ανασκαφή, αυτή με την οποία θα είστε για πάντα συναισθηματικά δεμένη…
Στην ανασκαφή του μακεδονικού τάφου της Μαρίνας Νάουσας νομίζω ότι δοκιμάσθηκα συνολικά. Για να φθάσω στο μνημείο θυμάμαι ότι έπαιρνα, πριν ξημερώσει, το τραίνο για τη Βέροια, μετά το λεωφορείο για τη Νάουσα, κάπου ενδιάμεσα με παραλάμβανε ο φύλακας με το αγροτικό και έφθανα στη Μαρίνα, όπου με περίμεναν για να αρχίσει η δουλειά. Το απόγευμα επαναλάμβανα την ίδια διαδρομή, με αποτέλεσμα να φθάνω στο σπίτι 7-8 το βράδυ. Και κάτι άλλο ακόμα: την ανείπωτη χαρά μου, όταν την πρώτη μέρα της πρώτης ανασκαφής μου στην Πέλλα, βρήκα το μοναδικό αργυρό τετράδραχμο του Αλεξάνδρου Α΄, στη στρωματογραφική έρευνα του ψηφιδωτού της Οικίας της Ελένης, αλλά και τη μέρα που έκανε τα πρώτα του βήματα ελεύθερα ο γιος μου στην ανασκαφή της ελληνιστικής πόλης της Φλώρινας ακολουθώντας μια χελώνα…

Όλα αυτά τα χρόνια φέρατε στο φως πολλά σημαντικά κτίρια της αρχαίας πρωτεύουσας. Είμαστε σήμερα σε θέση να κατανοήσουμε τη μορφή της και την ζωή των κατοίκων της;
Νομίζω ότι με βάση και τις μελέτες που έχουν εκπονηθεί, αλλά και τα έργα συντήρησης και ανάδειξης που έχουν υλοποιηθεί, μπορεί σήμερα, τόσο ο επιστήμονας όσο και ο επισκέπτης που έχει το σχετικό ενδιαφέρον, να κατανοήσει αρχικά το μεγάλο μέγεθος της πόλης και το άριστο πολεοδομικό της σχέδιο και στη συνέχεια τη μορφή πολλών δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, καθώς και τη λειτουργία τους. Η γνώση ολοκληρώνεται στο μουσείο, η έκθεση του οποίου είναι μια μικρογραφία του αρχαιολογικού χώρου. Εκεί ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να συσχετίσει τα κινητά ευρήματα με τα μνημεία και με την κατάλληλη πληροφόρηση να κατανοήσει πτυχές της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής των κατοίκων της πόλης.


Εξ όσων γνωρίζω, παρόλο που σας δόθηκε η δυνατότητα να αναλάβετε μια πιο κεντρική διεύθυνση, όπως το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, εντούτοις -μέχρι την αφυπηρέτησή σας- επιλέξατε να μείνετε στην Πέλλα. Τι σας κράτησε και αντισταθήκατε στον «πειρασμό»;
Την εποχή που προέκυψε το θέμα της μετάθεσής μου στη Θεσσαλονίκη, είχε ολοκληρωθεί και εγκριθεί το σύνολο σχεδόν των μελετών συντήρησης και ανάδειξης του χώρου, αλλά και του νέου μουσείου. Η εκπόνηση των μελετών αυτών ήταν ένα έργο δεκαετίας, στο οποίο ανάλωσα πολλές δυνάμεις και πολύ χρόνο. Το 2001, εποχή ένταξης των παραπάνω έργων στο Γ΄ Κ.Π.Σ. για υλοποίηση, έπρεπε να υπάρξει ένας συντονισμός και μια οργανωμένη προσπάθεια σε άμεση συνεργασία με τους υπηρεσιακούς παράγοντες του Υπουργείου, αλλά και τις τοπικές υπηρεσίες και φορείς, για να υλοποιηθούν τα έργα. Θεώρησα ότι μια αποχώρησή μου την περίοδο εκείνη δεν θα διευκόλυνε την ομαλή εξέλιξη των διαδικασιών. Επιπλέον, δεν ήθελα να αφήσω ανολοκλήρωτο ένα έργο ζωής. Φυσικά είχα τη στήριξη στην άρνηση αποδοχής της μετακίνησής μου και όλων των εργαζομένων στους 5 νομούς της ΙΖ΄ Ε.Π.Κ.Α., που με γραπτό υπόμνημα παρακάλεσαν τον Υπουργό να μην εμμείνει στην απόφασή του. Κατανοώ βέβαια ότι η ενέργειά μου δεν ήταν η πλέον πρέπουσα διοικητικά, ωστόσο η εξέλιξη των πραγμάτων μάλλον με δικαίωσε. Και λέω μάλλον, γιατί τα αποτελέσματα του έργου μας δεν κρίνονται μόνο άμεσα, αλλά και μακροπρόθεσμα, και αυτήν την κριτική είναι που φοβάμαι. Ωστόσο ένα είναι βέβαιο. Με τις επικρατούσες συνθήκες και τις υπάρχουσες δυνατότητες έγινε ό, τι ήταν δυνατόν για την ευόδωση των αρχαιολογικών έργων στην Πέλλα. Φυσικά κάποιοι μπορεί να έχουν διαφορετική άποψη, σκεπτόμενοι διαφορετικές πιθανόν ενέργειες, αλλά κανείς από αυτούς δεν βρέθηκε στη συγκεκριμένη θέση τη συγκεκριμένη περίοδο. 

Είστε εκείνη που αγωνίστηκε για την ίδρυση του Μουσείου της Πέλλας και είχατε την τύχη να το δείτε να γεννιέται εκ βάθρων. Πώς ολοκληρώθηκε το εντυπωσιακό αυτό εγχείρημα;
Η δημιουργία του μουσείου δεν ήταν μια στιγμιαία παρόρμηση και το αποτέλεσμα ενός πρόχειρου προγραμματισμού. Για να καταλήξουμε στην πρόταση πέρασαν αρκετά χρόνια έρευνας, μελέτης και τριβής με τα προβλήματα του χώρου. Έτσι, οι προτάσεις μας στις μελέτες που εκπονήθηκαν προέκυψαν από όλην αυτή την ενασχόληση και ήταν σαφείς και υλοποιήσιμες. Ο αγώνας της ΙΖ΄ Ε.Π.Κ.Α. για την ανέγερση μουσείου στην Πέλλα είχε αρχίσει από τη δεκαετία του ’80, μαζί με τη Μαρία Σιγανίδου. Καταβλήθηκε μεγάλη προσπάθεια για να πεισθούν οι κεντρικές υπηρεσίες του υπουργείου για την αναγκαιότητα της ανέγερσης, αλλά και για να μεθοδευθούν οι κινήσεις και δράσεις των τοπικών φορέων. Βέβαια την εποχή εκπόνησης των μελετών η Μ. Σιγανίδου δεν υπήρχε πια. Έτσι, επωμίσθηκα όλες τις ευθύνες του έργου στη δεκαετία του ’90. Χάρις στην καλή συνεργασία με τις υπηρεσίες του υπουργείου και τους εξαιρετικούς συνεργάτες, οι μελέτες εκπονήθηκαν έγκαιρα και η έγκρισή τους δεν παρουσίασε ιδιαίτερα προβλήματα. Είχαμε την τύχη να αναλάβει στη συνέχεια το έργο μια αξιόπιστη τεχνική εταιρεία που ολοκλήρωσε το οικοδομικό μέρος στον προβλεπόμενο χρόνο (2,5 χρόνια), έτσι ώστε να μπορέσουμε στη συνέχεια βάσει των εγκεκριμένων μουσειολογικών μελετών, που είχαμε εκπονήσει, να οργανώσουμε την έκθεση σε 6 μήνες. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού χρησιμοποιήσαμε και προσωπικό της κατασκευαστικής εταιρείας του κτιρίου, αλλά και όλο σχεδόν το προσωπικό της Εφορείας. Έτσι, σε χρόνο «ρεκόρ» για τα ελληνικά δεδομένα δημιουργήθηκε ένα νέο μουσείο που συγκεντρώνει θετικές κριτικές στο σύνολό του ως σήμερα.
Εδώ πρέπει να αναφέρω, ότι πριν από το Mουσείο της Πέλλας, τόσο εγώ όσο και συνεργάτες μου δοκιμασθήκαμε πολυποίκιλα σε έργα συντήρησης-ανάδειξης μνημείων και χώρων, αλλά και μουσειακών έργων στους 5 νομούς της Εφορείας (νέα μουσεία, ανακαινίσεις-εκθέσεις: Μουσείο Αιανής, Μουσείο Φλώρινας, Μουσείο Άργους Ορεστικού, Μουσείο Βέροιας, Κτίριο Προστασίας Βασιλικών Τάφων Βεργίνας. Συντήρηση-ανάδειξη αρχαιολογικών χώρων: Πέλλα, Λόγγος Έδεσσας, ελληνιστική πόλη Φλώρινας, Πέτρες Φλώρινας, Αυγή Καστοριάς, Μίεζα [Μακεδονικοί Τάφοι, Σχολή Αριστοτέλους, Θέατρο], Βεργίνα [Τούμπα Βασιλικών Τάφων, Ανάκτορο], Λευκόπετρα Ημαθίας, κ.ά.). Όλα τα παραπάνω έργα, που υλοποιήθηκαν συλλογικά, με τη συνεργασία ατόμων διαφόρων ειδικοτήτων, αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων, μηχανικών, συντηρητών, τεχνιτών, φυλάκων, εργατών κλπ., όπως είναι φυσικό, μας πρόσφεραν γνώση και πολύτιμη εμπειρία. Αλλά και το ιδιαίτερα πολύπλοκο διοικητικό σκέλος των έργων είχα την τύχη να το διαχειρίζονται πολύ ικανοί συνεργάτες, έτσι ώστε, παρά την πιεστική γραφειοκρατική διαδικασία ήμασταν πάντα σε θέση να αντιμετωπίζουμε δυσεπίλυτα προβλήματα. Το καταστάλαγμά αυτής της γνώσης και εμπειρίας, που αποκτήσαμε από τα παραπάνω έργα, διοχετεύσαμε στο Mουσείο της Πέλλας.



Λίγα λόγια για τη Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη
Η Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., όπου και αναγορεύτηκε –με άριστα– Διδάκτωρ (1987). Υπηρέτησε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού (1974-2009), στις Εφορείες Αρχαιοτήτων Λέσβου, Κυκλάδων και στη ΙΖ΄ Ε.Π.Κ.Α., την οποία και διηύθυνε από το 1991 μέχρι την αφυπηρέτησή της, το 2009. Διετέλεσε επίσης Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής (2002-2015) του έργου Συντήρηση - Ανάδειξη Αρχαιολογικού Χώρου Πέλλας, το οποίο υλοποιήθηκε στο Γ΄ Κ.Π.Σ. και Ε.Σ.Π.Α. (Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς). Με διοικητική και επιστημονική ευθύνη σε πέντε Περιφερειακές Ενότητες της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας (Πέλλας, Ημαθίας, Κοζάνης, Φλώρινας, Καστοριάς), έχει επιτελέσει ένα σημαντικό έργο σε ποικίλους τομείς (ανασκαφές, μελέτες, συντηρήσεις και αναδείξεις αρχαιολογικών χώρων, οργανώσεις εκθέσεων σε μουσεία).
Έχει λάβει μέρος στην οργάνωση πολλών εκθέσεων αρχαιοτήτων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Αυστραλία, Η.Π.Α., Ιαπωνία, Ινδία, Γαλλία), συμποσίων και συνεδρίων εντός και εκτός Ελλάδας και συμμετείχε στην έκδοση πολλών επιστημονικών καταλόγων και πρακτικών συνεδρίων - συμποσίων. Είναι μέλος αρχαιολογικών συμβουλίων και επιστημονικών επιτροπών και έχει συμμετάσχει στην εκπόνηση πολλών μελετών συντήρησης και ανάδειξης αρχαιοτήτων. Το συγγραφικό της έργο είναι πλούσιο με μονογραφίες, άρθρα και μελέτες ειδικού αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, αρχαιολογικούς οδηγούς, αλλά και πολλές δημοσιεύσεις ευρύτερης ενημέρωσης, για την οποία έχει επιδείξει ιδιαίτερη φροντίδα, με διαλέξεις και ανακοινώσεις. Τον Δεκέμβριο του 2016 τιμήθηκε, μαζί με τον Ν. Ακαμάτη, με το βραβείο Γ. Π. Οικονόμου της Τάξης Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών για την επιστημονική τους μελέτη «Ανατολικό νεκροταφείο Πέλλας. Ανασκαφικές περίοδοι 1991-2007» (Θεσσαλονίκη 2014).
Είναι παντρεμένη με τον Ιωάννη Μ. Ακαμάτη, Καθηγητή Αρχαιολογίας Α.Π.Θ. και έχουν έναν γιο, τον Νίκο, επίσης Αρχαιολόγο.

*O Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς είναι Αρχαιολόγος, συνεργάτης του ιστολογίου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου