Κυριακή 20 Απριλίου 2014

H Aνάσταση του Κυρίου από τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Τσάκων Αλμωπίας!

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Με λαμπρότητα και τη συμμετοχή των κατοίκων αλλά και επισκεπτών του χωριού Τσάκοι Αλμωπίας, πραγματοποιήθηκε η Ανάσταση του Κυρίου ακριβώς στις 12 το βράδυ το Μεγάλο Σάββατο. ο εφημέριος του Ναού Αρχιμανδρίτης Γεώργιος μόλις είπε το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ, πλήθος πυροτεχνημάτων κατέκλυσε τον ουρανό. Παρακάτω λίγα λόγια για το χωριό:

 Τσάκοι  
Τα στοιχεία είναι από την εργασία της Νηπιαγωγού Μεγλοπούλου Μαρίας
Οι Τσάκοι βρίσκονται σε απόσταση 2 χλμ. δυτικά της Αριδαίας. Στην κοινότητα Τσακώνων, η οποία με το σχέδιο Καποδίστρια εντάχθηκε στο Δήμο Αριδαίας, υπάγονται και τα χωριά Κάτω Ροδωνιά  και Χρύσα, που ιδρύθηκε το 1924, τα οποία είναι συνενωμένα.
Η Κάτω Ροδωνιά μαζί με την Άνω Ροδωνιά, η οποία σήμερα υπάγεται στην κοινότητα Πιπεριάς, παλαιότερα αποτελούσαν ένα χωριό μέχρι τη στιγμή που άλλαξε η φορά του χειμάρρου Μπέλιτσα και χώρισε το χωριό στη μέση, σε βορρά και νότο.
Ως προς την ονομασία του χωριού οι απόψεις διίστανται. Σύμφωνα με την πρώτη άποψη οι Τσάκωνες, που την εποχή του Βυζαντίου ήταν μετόχι της μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους, παραχωρήθηκε στους απόμαχους φρουρούς των Βυζαντινών συνόρων, τους Τσάκωνες, από τους οποίους πήρε και το όνομά του. Το γεγονός ότι δεν παρατηρούνται αλλά ούτε και παρατηρήθηκαν απομεινάρια της τσακώνικης διαλέκτου στην περιοχή, καθιστά υπό αμφισβήτηση την άποψη αυτή.
Σύμφωνα με την δεύτερη αλλά εξίσου επισφαλή άποψη, το όνομα του χωριού σχετίζεται με τη διαδικασία συγκέντρωσης των φόρων που επέβαλαν οι τούρκοι στους υπηκόους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στο συνοικισμό Κ. Ροδωνιάς υπήρχε ένα τζαμί, απομεινάρια του οποίου δε σώζονται σήμερα, όπου συγκεντρώνονταν οι κάτοικοι του χωριού και κατέβαλαν τους φόρους τους στους υπαλλήλους του τούρκικου κράτους, που κατά την καθομιλουμένη «τσάκωναν» (εισέπρατταν) τα χρήματά τους.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ύστερα και από πιέσεις της Πύλης, κάτοικοι των Τσακώνων, όπως και πολλοί άλλοι κάτοικοι της επαρχίας, εξισλαμίστηκαν και το 1922, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, σαν μουσουλμάνοι, ξεριζώθηκαν και εγκαταστάθηκαν στην Ανατολική Θράκη.
Μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης, η οποία προέβλεπε και την ανταλλαγή των πληθυσμών, το χωριό βαθμιαία κατοικήθηκε από πρόσφυγες της Μ. Ασίας του Πόντου και της Αν. Θράκης. Σύμφωνα με το αρχείο της Ε.Α.Π. 90 οικογένειες προσφύγων (448 άτομα) εγκαταστάθηκαν στο Τσάκω-Μαχαλά (τούρκικη ονομασία του χωριού).
Περιοχές από τις οποίες ήρθαν πρόσφυγες στους Τσάκωνες είναι η Προύσα, η Νικομήδεια, η Κασταμονή, η Τραπεζούντα, το Ερζερούμ, το Καρς και τα περίχωρά τους. Επίσης, πρέπει ν’ αναφερθεί ότι στο χωριό των Τσακώνων ήρθαν πρόσφυγες και από περιοχές του Πόντου που
ανήκαν στη Ρωσία. Πολλοί από αυτούς είχαν διαπρέψει εκεί για τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Μετά, όμως, την επανάσταση του 1917 αναζήτησαν διέξοδο στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με το Μητρώο Δημοτολογίου των προσφύγων της κοινότητας Τσακώνων, η πλειοψηφία των προσφύγων που ήρθαν στο χωριό τη διετία ‘22-’24 κατάγονταν από περιοχές του Πόντου. Μεγάλο ήταν το ρεύμα από την περιοχή Προύσας αλλά και από άλλες περιοχές όπως της Κασταμονής, του Ερζερούμ της Τραπεζούντας και της Αργυρούπολης. Όσον αφορά στην επαγγελματική ενασχόληση και τρόπο βιοπορισμού τους παρατηρήθηκε ότι με τη γεωργία ασχολούνταν το 97% περίπου του πληθυσμού. Οι περισσότερες οικογένειες ήταν πολυμελής, πράγμα άλλωστε που προβλέπονταν εκείνη την εποχή. Επίσης, σημαντικός ήταν και ο αριθμός αυτών που αν και αρχικά εγκαταστάθηκαν στους Τσάκωνες, τουλάχιστον για το διάστημα ‘22-‘24, ωστόσο μετακινήθηκαν σε άλλες περιοχές πιθανότατα λόγω οικονομικών συνθηκών.
Οι Τσάκωνες και η Ροδωνιά υπήρξαν αμιγή προσφυγικά χωριά. Τόσο η Ροδωνιά όσο και οι Τσάκωνες κατοικούνταν αποκλειστικά από τούρκους πριν τον ερχομό των προσφύγων. Όταν οι πρόσφυγες ήρθαν στα μέρη αυτά, βρήκαν ως επί το πλείστον έτοιμα σπίτια που άνηκαν σε τούρκους, οι οποίοι έμεναν εκεί. Συμβίωσαν με τους Τούρκους κατοίκους των χωριών για δυο χρόνια, από το 1922 ως το 1924 και αργότερα οι πενιχρές περιουσίες εκείνων περιήλθαν στα χέρια τους. Το γεγονός αυτό τους διευκόλυνε σημαντικά καθώς η στέγη ήταν ζήτημα ζωτικής σημασίας. Τα σπίτια αυτά φυσικά τα επιδιόρθωσαν και πολλοί πρόσθεσαν κι άλλους χώρους και δωμάτια καθώς είχαν πολυμελείς οικογένειες και συνέχιζαν την παράδοση που ήθελε τις ποντιακές οικογένειες πολυπληθείς και αυστηρά πατριαρχικές. Βέβαια υπήρξαν και αυτοί που δε βρήκαν έτοιμο σπίτι για να εγκατασταθούν. Η αναφορά γίνεται σε όσους ήρθαν στους Τσάκωνες κάπως αργότερα από το πρώτο ρεύμα που στάθηκε πιο ευνοημένο και εγκαταστάθηκε σε τούρκικα σπίτια Παρόλα αυτά, το ζήτημα της στέγης απασχόλησε τη μειοψηφία όσων εγκαταστάθηκαν στην περιοχή.
Τα λιγοστά εισοδήματά τους οι πρόσφυγες τα απέκτησαν αρχικά από την καλλιέργεια καλαμποκιού, φασολιών και μεταξοσκώληκα για την παραγωγή μεταξιού. Η εξασφάλιση των προς το ζην ήταν το κυριότερο μέλημά τους και η προοπτική της διανομής κτημάτων ήταν το ζητούμενο που θα έδινε λύση στο πρόβλημα τους.
                                                                                   Χρύσα

Το χωριό Χρύσα εκτείνεται σε μια απόσταση περίπου 200μ από τους Τσάκωνες. Μέχρι τη δεκαετία του 1960 υπάγονταν στο δήμο Αριδαίας και από τη δεκαετία 1960 προσχώρησε στη διοικητική αρμοδιότητα της κοινότητας Τσακώνων.
Επί τουρκοκρατίας η Χρύσα ονομάζονταν Τσακώ τσιφλίκι, επειδή οι περισσότεροι κάτοικοί της, είτε δούλευαν ως εργάτες στο τσιφλίκι του Μπέη είτε νοίκιαζαν και καλλιεργούσαν χωράφια από αυτόν. Υπήρχαν και κάποιοι οι οποίοι ασχολούνταν με μεταφορές ενώ, άλλοι εξασκούσαν το επάγγελμα του τσαγκάρη, του ράπτη, του σαμαρτζή κλπ. Δώδεκα οικογένειες αποτελούσαν το γηγενή, εντόπιο πληθυσμό του τσιφλικιού.
Με την απελευθέρωση της Μακεδονίας τα πράγματα δεν άλλαξαν και πάρα πολύ, αφού οι κάτοικοι του τσιφλικιού εξακολουθούσαν να εργάζονται στο Μπέη με περισσότερες, όμως, ελευθερίες. Το 1923, λόγω των πολιτικών συνθηκών, ο Μπέης πούλησε το τσιφλίκι στο ελληνικό κράτος με άκρα μυστικότητα. Οι υπάλληλοι του τσιφλικιού το γνώριζαν αυτό και μαζί με τους λοιπούς γηγενείς κατοίκους έσπευσαν να πάρουν στα χέρια τους τα χωράφια που άφησε ο Μπέης. Τα χωράφια αυτά που αποτέλεσαν αργότερα και το μήλον της έριδος μεταξύ γηγενών και προσφύγων εκμεταλλεύονταν οι γηγενείς μέχρι το 1928 οπότε έγινε και η πρώτη διανομή αγροκτημάτων. Η ευκαιρία απόκτησης γης από το τσιφλίκι του Μπέη ώθησε τους κατοίκους διαφόρων χωριών της επαρχίας: Πολυκάρπη, Σαρακηνούς, Προμάχους, Πευκωτό, Αετοχώρι κλπ. να εγκατασταθούν στην περιοχή αυτή πριν ακόμη καλά καλά εγκατασταθούν οι πρόσφυγες εκεί.
Το 1924 όταν ήρθαν οι πρόσφυγες από τις περιοχές της Μ.Ασίας και του Πόντου που περιγράφηκαν παραπάνω, το κράτος φρόντισε για την ανοικοδόμηση νέου συνοικισμού στο χώρο του τσιφλικιού, που προορίζονταν γι’ αυτούς. Τα νέα αυτά σπίτια, χτισμένα από τσιμέντο και πλιθιά, αποτελούνταν από δύο δωμάτια και ένα κουζινάκι. Ο συνοικισμός ονομάστηκε Χρύσα από το όνομα της κόρης του υπαλλήλου που έδινε ελληνικές ονομασίες στα χωριά.
Κοινωνική ζωή
Οι συνθήκες που αντιμετώπισαν οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στα χωριά Τσάκωνες, Κ. Ροδωνιά και Χρύσα, ήταν άθλιες. Ερχόμενοι εδώ εγκατέλειψαν περιουσίες και κόπους μιας ζωής και έπρεπε να αρχίσουν ξανά από την αρχή. να φτιάξουν σπίτια και να αποκατασταθούν επαγγελματικά για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους. Την ταλαιπωρία τους διαδέχτηκε η απόγνωση και η πίκρα. Παρόλα αυτά δεν απογοητεύτηκαν αν και η ζωή τους είχε αλλάξει πια ανεπιστρεπτί. Ανάμεσα στις ώρες της κούρασης έβρισκαν στιγμές ξενοιασιάς για να διοχετεύσουν όση ενέργεια τους απέμενε και να ξεχάσουν έστω και για λίγο την οδυνηρή πραγματικότητα.
Χαρακτηρίζονταν για την προσήλωσή τους στη θρησκεία. Γιόρταζαν όλες τις γιορτές των αγίων της εκκλησίας μας οργανώνοντας πανηγύρια και χοροεσπερίδες. Στις μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, οι άντρες μετά τον εκκλησιασμό τους συγκεντρώνονταν και με τη συνοδεία μουσικών οργάνων και λύρας απαραίτητα, επισκέπτονταν όλα τα σπίτια των τριών χωριών όπου οι νοικοκυρές τους κερνούσαν γλυκά για το καλό. Στη μικρή αρχικά παρέα τους προσθέτονταν πολύς κόσμος ενώ οι γυναίκες τους συνόδευαν και χόρευαν κι αυτές ξωπίσω τους. Η συνοδεία κατέληγε είτε σε κάποιο καφενείο είτε σε κάποιο σπίτι που είχε μεγάλη αυλή και εκεί συνεχίζονταν το γλέντι με χορό και κρασί. Τα πανηγύρια επί τη ευκαιρία γιορτών των Αγίων ήταν ίσως ο μοναδικός τρόπος ψυχαγωγίας τους και γιορτάζονταν με μεγάλη χαρά και ευθυμία.
Τα ανάλογα σε στενότερο, όμως κύκλο, συνέβαιναν στους γάμους και τα βαφτίσια.
Τις αποκριές, επίσης, τα παιδιά ντύνονταν καρναβάλια φορώντας ότι είχαν στη διάθεσή τους, ρούχα των μεγάλων ή ακόμη και τις παραδοσιακές ποντιακές φορεσιές τους. Τότε επισκέπτονταν σπίτια του χωριού, όπου έπρεπε να τους αναγνωρίσουν και να τους τρατάρουν κατά τη συνήθεια
Αγροτική παραγωγή

Η νέα κατάσταση πραγμάτων που δημιουργήθηκε με την ανταλλαγή των πληθυσμών, είχε ως συνέπεια τη διανομή αγροκτημάτων στους κατοίκους του χωριού, αφού η γεωργία και η κτηνοτροφία αποτέλεσαν τη βασική ενασχόληση και τρόπο βιοπορισμού τους. Κατά το 1927, σύμφωνα με τα αρχεία της γεωργικής υπηρεσίας του Ν. Πέλλας διανεμήθηκαν 938,333στρ καλλιεργήσιμης έκτασης στους πρόσφυγες γεωργούς της Κάτω Ροδωνιάς .
Η αγροτική παραγωγή των κατοίκων της περιοχής, μέχρι τη δεκαετία του ’50 συνίστατο από τα ξακουστά φασόλια της Καρατζόβας, το κόκκινο πιπέρι, την εκτροφή μεταξοσκώληκα, την καλλιέργεια αραβοσίτου, σιταριού, πατάτας, σταφυλιού (η ποικιλία ‘Αμάσεια’ εξάγονταν στην Γερμανία). Μετά τη δεκαετία του ’50 οι καλλιέργειες διαφοροποιήθηκαν. Οι Τσάκωνες ήταν το πρώτο χωριό στην επαρχία στο οποίο καλλιεργήθηκαν για πρώτη φορά ροδάκινα. Για το λόγο αυτό άλλωστε ήρθαν γεωπόνοι από την Αμερική προκειμένου να κατευθύνουν τους γεωργούς με σκοπό τη μεγαλύτερη απόδοση και βελτίωση της παραγωγής. Επίσης, καλλιεργήθηκαν αχλάδια, μήλα, δαμάσκηνα, ακτινίδια και κεράσια.
Το μεγαλύτερο ποσοστό της καλλιεργήσιμης έκτασης της κοινότητας αρδεύονταν από τα νερά του χειμάρρου Μπέλιτσα που πηγάζει από το Βόρρα (Καϊμακτσαλάν). Το αγρόκτημα της Χρύσας αρδεύονταν και από το Καϊμακάμ.
Το Δημοτικό σχολείο Τσάκων – Χρύσας

Με τον ερχομό των προσφύγων στην περιοχή αυξήθηκε και ο αριθμός των μαθητών που φοιτούσαν στα σχολεία. Οι μαθητές των Τσακώνων και της Ροδωνιάς φοιτούσαν στο δεύτερο όροφο ενός διώροφου σπιτιού που γι’ αυτό το λόγο χτίστηκε το ’25 στους Τσάκωνες. Εκεί στεγάζονταν και το νηπιαγωγείο. Οι μαθητές της Χρύσας φοιτούσαν σ’ ένα κτίριο που αποτελούνταν από δυο αίθουσες και βρίσκονταν στο προαύλιο της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής. Στο προαύλιο της εκκλησίας υπήρχε επίσης και ένα σπίτι διώροφο στο ισόγειο του οποίου κατοικούσε η επιστάτης της εκκλησίας, του σχολείου και του προαυλίου χώρου και στον δεύτερο όροφο οι δάσκαλοι που δίδασκαν στο σχολείο της Χρύσας. Η κατάσταση επέβαλε την ανέγερση νέου κτιρίου, μεγαλύτερου, που θα στέγαζε το δημοτικό σχολείο καθώς τα ήδη υπάρχοντα κτίρια δεν εξυπηρετούσαν τις ανάγκες που προέκυψαν από την αύξηση των μαθητών.
Το 1928, οι κάτοικοι της Χρύσας άρχισαν ενέργειες για την ανοικοδόμηση 3/τάξιου διδακτηρίου, το οποίο θα πληρούσε τους όρους που θεωρούνταν απαραίτητοι για τη λειτουργία του ως σχολείου. Κατά το 1929, οι σχολικοί έφοροι Μιχαηλίδης Περικλής και Ιωάννου Λάζαρος μαζί με τον Ισμαήλ Μιχαηλίδη, οι οποίοι ήταν και εκπρόσωποι των προσφύγων του συνοικισμού Χρύσας, κατόρθωσαν και απέσπασαν από το Υπουργείο Παιδείας το ποσό των 200.000δρχ. Επειδή όμως το ποσό αυτό δεν επαρκούσε ούτε καν για την τοιχοποίηση του διδακτηρίου αναγκάσθηκαν να έρθουν σε επαφή και να συνεργαστούν με την κοινότητα Τσάκων για την ανέγερση από κοινού 4/τάξιου δημοτικού σχολείου, όπως και έγινε.
Χάρη στις ενέργειες των Ισμαήλ Μιχαηλίδη, Αποστόλου Αποστολίδη και Αλέξανδρου Μυροφορίδη -οι δύο τελευταίοι από τους οποίους χρημάτισαν και ως πρόεδροι των Τσάκων- αλλά και άλλων δραστήριων προσφύγων των Τσακώνων και της Ροδωνιάς, το ποσό των 550.000δρχ. αποσπάστηκε για τον ίδιο σκοπό από τη Γενική Διεύθυνση Β. Ελλάδος. Το ποσό που διατέθηκε συνολικά από το ελληνικό δημόσιο για το διδακτήριο ήταν 750.000δρχ.
Η ανέγερσή του άρχισε το 1931 και αποπερατώθηκε το 1932 σε απόσταση ίση από τα χωριά Τσάκωνες και Χρύσα. Η θέση του ορίστηκε δυτικά της Χρύσας και ανατολικά των Τσακώνων.
Το σχολείο λειτουργούσε κανονικά μέχρι το ΄Β Παγκόσμιο πόλεμο οπότε χρησιμοποιήθηκε ως νοσοκομείο για την περίθαλψη των αρρώστων και των τραυματιών. Στις 15 Ιουλίου του 1947 βομβαρδίστηκε από όλμο με αποτέλεσμα να καταστραφεί η δυτική πλευρά του πάνω ορόφου ενώ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου έπαψε η λειτουργία του για δύο, περίπου, χρόνια. Σύμφωνα με μια άλλη πληροφορία, το σχολείο έπαθε μεγάλες καταστροφές από τους Γερμανούς το 1941-’42 . Στις καταστροφές αυτές οφείλεται το γεγονός ότι οι γωνιόλιθοι του πάνω ορόφου είναι διαφορετικού χρώματος. Η ανακατασκευή του άρχισε το Μάιο του 1950 και ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 1951. Τα έξοδα της ανακατασκευής καλύφθηκαν από έρανο. Το ποσό των 120.000δρχ. συγκεντρώθηκε από τους κατοίκους της περιοχής και διατέθηκε για την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο βομβαρδισμός .
Η ίδρυση του σχολείου, στο οποίο φοιτούσαν μαθητές τόσο των Τσακώνων και της Κ. Ροδωνιάς όσο και της Χρύσας, αποτέλεσε μεταξύ άλλων σημαντικό λόγο για τη συνένωση σε μια κοινότητα του συνοικισμού της Χρύσας και της κοινότητας Τσακώνων – Κ. Ροδωνιάς, η οποία παρόλα αυτά πραγματοποιήθηκε μόλις τη δεκαετία του ’60.
Το Νηπιαγωγείο
 
Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες δασκάλων του δημοτικού σχολείου Τσάκων – Χρύσας και καθώς δε διατηρήθηκαν αρχεία που να επιβεβαιώνουν τη λειτουργία νηπιαγωγείου, στους Τσάκωνες λειτουργούσε νηπιαγωγείο, άγνωστο από πότε. Το νηπιαγωγείο για τα παιδιά των Τσακώνων και της Κάτω Ροδωνιάς στεγάζονταν στο δεύτερο όροφο του τούρκικου σπιτιού, στο οποίο λειτουργούσε και το δημοτικό σχολείο εφόσον δεν είχε προβλεφθεί δημιουργία κτιρίου για το σκοπό αυτό. Το νηπιαγωγείο στο οποίο φοιτούσαν τα παιδιά της Χρύσας στεγάζονταν επίσης, στο χώρο που φιλοξενούνταν το δημοτικό σχολείο Χρύσας στο προαύλιο της Αγίας Παρασκευής. Το νηπιαγωγείο με την ίδρυση του νέου σχολείου μεταφέρθηκε σε χώρο, ο οποίος μέχρι και σήμερα ανήκει στο Δημοτικό σχολείο.
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου
Μέχρι τον ερχομό των προσφύγων, οι χριστιανοί κάτοικοι του Τσάκω τσιφλίκι εκκλησιάζονταν στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Τα χωριά άλλωστε των Τσακώνων και της Κ. Ροδωνιάς κατοικούνταν αποκλειστικά από μουσουλμάνους. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών όμως, ο ορθόδοξος πληθυσμός των χωριών αυξήθηκε. Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής δεν επαρκούσε για όλους. Τότε και σαν πρόχειρη λύση, χρησιμοποιήθηκε επιπλέον ένα παλιό τούρκικο σπίτι που βρίσκονταν στην πλατεία των Τσακώνων, το οποίο οι νέοι κάτοικοι του χωριού διαμόρφωσαν κατάλληλα έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εκκλησιαστικός χώρος.
Οι πρόσφυγες μετέφεραν από τις πατρίδες τους πολλές εικόνες και ιερά σκεύη που απόθεσαν στις εκκλησίες που βρήκαν εδώ. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση τριών καλόγερων που ήρθαν από την Χουτουρά, μεταξύ των οποίων κι ο παπα-Αμβρόσιος. Οι καλόγεροι αυτοί που εγκαταστάθηκαν στη Χρύσα, μετέφεραν μαζί τους πλούσιους θησαυρούς του μοναστηριού τους, ανάμεσα στους οποίους και μια παραδοσιακή, μεγάλης αξίας δεσποτική στολή. Οι θησαυροί αυτοί, κειμήλια ανεκτίμητα, περιήλθαν ύστερα από συνεννόηση των καλόγερων και προκειμένου να τύχουν καλής μεταχείρισης στα χέρια του τότε μητροπολίτη Φλωρίνης, Βασίλειου .
Αυτά συνέβησαν μέχρι το 1930 οπότε και απεφασίσθη η ανέγερση ναού που θα εξυπηρετούσε τον πληθυσμό και των τριών χωριών. Η αποπεράτωση του ναού έγινε το 1931 με έξοδα που επισήμως καλύφθηκαν από την επιτροπή παραμεθορίων Μακεδονίας. Στην πραγματικότητα, συνέβη να υπερτιμολογηθούν πολλά κοστολόγια του σχολείου, ύστερα από συνεννόηση τοπικών φορέων, σχολικών και εκκλησιαστικών εφόρων των τριών χωριών και το πλεόνασμα των χρημάτων που εξοικονομούνταν αξιοποιήθηκε για το χτίσιμο της καινούριας εκκλησίας. Στις ενέργειες μεσολάβησε και ο Χρύσανθος Γαβριηλίδης, έφορος τότε της εκκλησίας Τσακώνων.
Χάρη σ΄ αυτήν την πράξη που επίσημα υπήρξε παράνομη εκπληρώθηκε ο ιερός σκοπός της ανέγερσης του ναού. Η νέα εκκλησία αφιερώθηκε στον Άγιο Γεώργιο. Από εκείνη τη στιγμή, η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής λειτουργούσε μόνο για γάμους και βαπτίσεις.
Η Αγία-Παρασκευή της Χρύσας
Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο σέρβικα στρατεύματα υποχώρησαν από την Σερβία και ήρθαν στη Μακεδονία. Ένας λόχος αυτού του στρατού εγκαταστάθηκε στο Τσακώ-τσιφλίκι.
Με επιχείρημα το γεγονός ότι οι κάτοικοι του τσιφλικιού ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι ο σέρβικος λόχος αποφάσισε να τους χτίσει μια εκκλησία αναλαμβάνοντας όλα τα έξοδα. Βέβαια, το χτίσιμο έγινε με προσωπική εργασία των κατοίκων του τσιφλικιού. Οι εργασίες της εκκλησίας Αγίας-Παρασκευής ολοκληρώθηκαν το 1915.
Η εκκλησιά ανακατασκευάστηκε μετά από μερικά χρόνια ωστόσο μετά το χτίσιμο της εκκλησίας του Αγίου-Γεωργίου στους Τσάκωνες έπαψε να λειτουργεί. Σήμερα λειτουργεί μόνο για γάμους και βαφτίσια. Το πανηγύρι της Χρύσας εορτάζεται κάθε χρόνο στις 26 Ιουλίου.
Κατά τη διάρκεια του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου
Τσάκωνες και Χρύσα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο, όπως φυσικά και πολλά άλλα χωριά, κατά την αντίσταση στις δυνάμεις Κατοχής κατά το ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κάτοικοι των χωριών οργανώθηκαν στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (Ε.Α.Μ.) και έλαβαν ενεργό δράση εναντίον των κατοχικών στρατευμάτων.
Η κοινότητα έστειλε στο μόνιμο ΕΛΛΑΣ πολλά από τα παλικάρια της. Αρκετά απ’ αυτά, όμως σκοτώθηκαν. Στον εφεδρικό ΕΛΛΑΣ κατατάσσονταν αυτοί που μπορούσαν και κρατούσαν όπλα. Συμμετείχαν σε διάφορες ενέργειες που οργάνωνε ο ΕΛΛΑΣ. Έτσι, έστηναν ενέδρες, συμμετείχαν σε μάχες, σε απαγωγές Ιταλών, Γερμανών, Μαροκινών, Αρμενίων. Αντιστασιακά όργανα γνωστά για τη δράση τους ήταν: η Εθνική Αλληλεγγύη, η οποία είχε την επιμελητεία του αντάρτη, φρόντιζε δηλαδή, για τον εφοδιασμό των ανταρτών με τρόφιμα, η εθνική πολιτική νεολαία, (ΕΠΟΝ), η όποία είχε και πολιτιστικό ρόλο, οργάνωνε συχνά θεατρικές παραστάσεις με πατριωτικό χαρακτήρα, όπως ο «Αθανάσιος Διάκος», προκειμένου να τονώσει το ηθικό των ελλήνων. φρόντιζε, επίσης, τα παρατημένα χωράφια των ανταρτών και συγκέντρωνε χρήματα για την αγορά τροφίμων και ρούχων τα οποία με συνδέσμους τα έστελνε στους αντάρτες κ.α. Άλλο αντιστασιακό όργανο ήταν τα Αετόπουλα. Το όργανο αυτό υπηρετούσαν μικρά παιδιά τα οποία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μεταφορά μηνυμάτων στους αντάρτες γιατί λόγω του μικρού της ηλικίας τους και καθώς δεν κινούσαν υποψίες μπορούσαν να μεταφέρουν μηνύματα προς τους αντάρτες, τα οποία έκρυβαν συνήθως, κάτω από τα πέτα των σακακιών τους. Όταν οι κινήσεις των αντιστασιακών αποκαλύπτονταν τότε συλλαμβάνονταν πολλοί ως όμηροι.
Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου

Μετά την υπογραφή του συμφώνου της Βάρκιζας άρχισαν να καταδιώκονται όλοι οι αντιστασιακοί, οι οποίοι επικηρύσσονταν με μεγάλα χρηματικά ποσά λόγω της αντιστασιακής τους δράσης. Άλλοι από τους κατοίκους του χωριού καταδικάστηκαν αφού κατηγορήθηκαν σε δίκες σκοπιμότητας και φυλακίστηκαν ενώ σκοτώθηκαν εν ψυχρώ. Σημαντικό γεγονός ήταν η έκρηξη νάρκης που είχαν τοποθετήσει αντάρτες, στο κέντρο του χωριού στις 23 Νοεμβρίου 1947. Αποτέλεσμα της έκρηξης ήταν η ανατίναξη στρατιωτικού οχήματος και ο θάνατος ενός στρατιώτη. Την μέρα αυτή κάτοικοι και των τριών χωριών αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να κατευθυνθούν προς άλλα χωριά, την Έδεσσα και τη Θεσσαλονίκη. Υπό το καθεστώς αυτό πολλές οικογένειες του χωριού αναγκάστηκαν να φύγουν στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Αρκετοί δε, παρέμειναν στις χώρες όπου μετέβησαν (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., πρώην Γιουγκοσλαβία).
Όσοι έμειναν πίσω υπηρέτησαν στο στρατό. Μετά από δύο χρόνια, περίπου, επέστρεψαν στο χωριό ορισμένοι από εκείνους που το είχαν εγκαταλείψει. Τα εγκαταλειμμένα χωριά είχαν την όψη βομβαρδισμένων τοπίων. Τα σπίτια και οι περιουσίες των περισσοτέρων είχαν λεηλατηθεί από τους πουραντάδες (έτσι αποκαλούσαν όργανα της κυβέρνησης που μεταξύ άλλων θα περιπολούσαν δήθεν την περιοχή και θα φρόντιζαν για την ασφάλεια σ’ αυτή) και οι κάτοικοι έπρεπε να αρχίσουν από την αρχή προκειμένου να συμμορφώσουν και πάλι την περιοχή.
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 1918 - 2001
09/07/1918
Σύσταση της Κοινότητας Τσάκων Μαχαλά με έδρα τον οικισμό Τσάκων Μαχαλά.
09/07/1918
Ο οικισμός Τουρμανλή προσαρτάται στην Κοινότητα Τσάκων Μαχαλά
18/03/1926
Ο οικισμός Τουρμανλή της Κοινότητας Τσάκων Μαχαλά μετονομάζεται σε Ροδωνιά
18/03/1926
Ο οικισμός Τσάκων Μαχαλά της Κοινότητας Τσάκων Μαχαλά μετονομάζεται σε Τσάκωνες
18/03/1926
Η Κοινότητα Τσάκων Μαχαλά μετονομάζεται σε Κοινότητα Τσακώνων.
16/05/1928
Αναγνώριση του οικισμού Κάτω Ροδωνιά και προσάρτηση του στην Κοινότητα Τσακώνων.
16/05/1928
Η ονομασία του οικισμού Ροδωνιά της Κοινότητας Τσακώνων διορθώνεται σε Άνω Ροδωνιά.
07/01/1931
Ο οικισμός Άνω Ροδωνιά αποσπάται από την Κοινότητα Τσακώνων και προσαρτάται στην Κοινότητα Πιπεργιών
16/10/1940
Η ονομασία του οικισμού Τσάκωνες της Κοινότητας Τσακώνων διορθώνεται σε Τσάκοι
16/10/1940
Η ονομασία της Κοινότητας Τσακώνων διορθώνεται σε Κοινότητα Τσάκων
26/10/1970
Ο οικισμός Χρύσα αποσπάται από το Δήμο Αριδαίας και προσαρτάται στην Κοινότητα Τσάκων.
04/12/1997
Η Κοινότητα Τσάκων καταργείται και συνενούται με το Δήμο Αριδαίας. ( Πρόγραμμα Ι. Καποδίστριας )
18/03/2001
Ο οικισμός Κάτω Ροδωνιά καταργείται.
18/03/2001
Ο οικισμός Χρύσα καταργείται.
Στοιχεία : Γρηγόρης Τάσιου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

https://www.meapopsi.gr/2021/06/blog-post_89.html#more